Οι φίλοι μου και οι φίλοι του μπλογκ γνωρίζουν την πολύ ξεχωριστή σχέση που έχω με τα βιβλία του Pynchon. Μέσα από τις δεκάδες αναγνώσεις τους έχω αποκτήσει μια πολύ διαφορετική άποψη για τα πρόσωπα των βιβλίων του που φαντάζουν σαν πραγματικές υποστάσεις, σαν φίλοι από τα παλιά που είναι απλώς εξαφανισμένοι από το παρόν μου και που ίσως κάποια μέρα να τους συναντήσω στο facebook.
Θεωρώ - και ίσως να είναι και προφανές - πως ένας καλός ‘παραμυθάς’ θα πρέπει να βγάζει αυτό το συναίσθημα σε όλους τους ακροατές και αναγνώστες του, μα όπως και τα παραμύθια που λέμε στα παιδιά χάνουν την ‘πραγματικότητά’ τους με την έλευση της λογικής, έτσι και οι διηγήσεις των βιβλίων χάνουν την αίσθηση της ύπαρξής τους εύκολα με το κλείσιμο της τελευταίας σελίδας - αν ποτέ την είχαν.
Το ‘The Enchantress of Florence’ είναι ένα βιβλίο που σκοπό έχει να μιλήσει κατά κύριο λόγο για την δύναμη της διήγησης, της αφήγησης και του παραμυθιού (κρίμα που το αντίστοιχο σχόλιο στην συνέντευξη του Rushdie στο FAQ την περασμένη εβδομάδα πήγε τοσο χαμένο). To βιβλίο είναι στημένο σαν μια σειρά από εγκιβωτισμένες διηγήσεις μεταξύ πρόσωπων υπαρκτων και ιστορικων και πρόσωπων φανταστικών, με τρόπο που η ανάμειξη αυτή φαίνεται σε κάποια τμήματα να χάνει τα διαχωριστικά της όρια. Οι παλιοί αναγνώστες του Rushdie ξέρουν δα την αγάπη του για τις ‘1000 και μία νύχτες’ και το Enchantress of Florence είναι φτιαγμένο σαν μια σύγχρονη μίμηση αυτών σε πολλά επίπεδα.
Διαβάζωντας το ‘The Enchantress of Florence’ σίγουρα συναντάμε έναν Rushdie από τα παλιά που με ώριμο τρόπο πλέον ασχολείται με γνώριμα γι’ αυτόν θέματα - όπως για παράδειγμα η καθόλα δύσκολη και μπλεγμένη επαφή της Ανατολής με την Δύση. Τα καλά νέα όμως τελειώνουν εκεί. Παρ’ όλες τις διθυραμβικές κριτικές που άκουσα και διάβασα για το ‘The Enchantress of Florence’ το βιβλίο για κανένα λόγο δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τα καλύτερα του Rushdie. Δεν είναι τόσο ‘μαγικό’ όσο το Midnights Children, δεν είναι τόσο ριζοσπαστικό όσο το αριστούργημα των Satanic Verses, δεν είναι τόσο στυλιστικά καλό όσο το The Moor’s Last Sigh. Δεν είναι καν τόσο δυνατό σαν ιστορία όσο το Shalimar the Clown. Γυρνώντας τις σελίδες του πέρασα κύματα ενθουσιασμού και απογοήτευσης που με έκαναν μέσα στις τελευταίες δέκα μέρες που το διάβαζα να αναρρωτιέμαι αν πρόκειται για αριστούργημα ή για ένα πολύ κακό βιβλίο (χωρίς ενδιάμεσα). Η τελική μου ετυμηγορία είναι μάλλον δύσκολη ακόμη και τώρα και η αίσθησή μου είναι πως αυτό το βλίο θα ήταν καλύτερο κατά πολύ αν ήταν το μισό σε μέγεθος και αν του έπαιρνε το διπλάσιο χρόνο να το γράψει. Το σίγουρο είναι πως παρόλο που είναι το απλούστερο στην γραφή με διαφορά, δύσκολα θα το πρότεινα σε άλλους που δεν τον έχουν γνωρίσει από άλλα βιβλία του.






