header image
 

‘The Enchantress of Florence’, Salman Rushdie

Οι φίλοι μου και οι φίλοι του μπλογκ γνωρίζουν την πολύ ξεχωριστή σχέση που έχω με τα βιβλία του Pynchon. Μέσα από τις δεκάδες αναγνώσεις τους έχω αποκτήσει μια πολύ διαφορετική άποψη για τα πρόσωπα των βιβλίων του που φαντάζουν σαν πραγματικές υποστάσεις, σαν φίλοι από τα παλιά που είναι απλώς εξαφανισμένοι από το παρόν μου και που ίσως κάποια μέρα να τους συναντήσω στο facebook.

Θεωρώ - και ίσως να είναι και προφανές - πως ένας καλός ‘παραμυθάς’ θα πρέπει να βγάζει αυτό το συναίσθημα σε όλους τους ακροατές και αναγνώστες του, μα όπως και τα παραμύθια που λέμε στα παιδιά χάνουν την ‘πραγματικότητά’ τους με την έλευση της λογικής, έτσι και οι διηγήσεις των βιβλίων χάνουν την αίσθηση της ύπαρξής τους εύκολα με το κλείσιμο της τελευταίας σελίδας - αν ποτέ την είχαν.

Το ‘The Enchantress of Florence’ είναι ένα βιβλίο που σκοπό έχει να μιλήσει κατά κύριο λόγο για την δύναμη της διήγησης, της αφήγησης και του παραμυθιού (κρίμα που το αντίστοιχο σχόλιο στην συνέντευξη του Rushdie στο FAQ την περασμένη εβδομάδα πήγε τοσο χαμένο). To βιβλίο είναι στημένο σαν μια σειρά από εγκιβωτισμένες διηγήσεις μεταξύ πρόσωπων υπαρκτων και ιστορικων και πρόσωπων φανταστικών, με τρόπο που η ανάμειξη αυτή φαίνεται σε κάποια τμήματα να χάνει τα διαχωριστικά της όρια. Οι παλιοί αναγνώστες του Rushdie ξέρουν δα την αγάπη του για τις ‘1000 και μία νύχτες’ και το Enchantress of Florence είναι φτιαγμένο σαν μια σύγχρονη μίμηση αυτών σε πολλά επίπεδα.

Διαβάζωντας το ‘The Enchantress of Florence’ σίγουρα συναντάμε έναν Rushdie από τα παλιά που με ώριμο τρόπο πλέον ασχολείται με γνώριμα γι’ αυτόν θέματα - όπως για παράδειγμα η καθόλα δύσκολη και μπλεγμένη επαφή της Ανατολής με την Δύση. Τα καλά νέα όμως τελειώνουν εκεί. Παρ’ όλες τις διθυραμβικές κριτικές που άκουσα και διάβασα για το ‘The Enchantress of Florence’ το βιβλίο για κανένα λόγο δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τα καλύτερα του Rushdie. Δεν είναι τόσο ‘μαγικό’ όσο το Midnights Children, δεν είναι τόσο ριζοσπαστικό όσο το αριστούργημα των Satanic Verses, δεν είναι τόσο στυλιστικά καλό όσο το The Moor’s Last Sigh. Δεν είναι καν τόσο δυνατό σαν ιστορία όσο το Shalimar the Clown. Γυρνώντας τις σελίδες του πέρασα κύματα ενθουσιασμού και απογοήτευσης που με έκαναν μέσα στις τελευταίες δέκα μέρες που το διάβαζα να αναρρωτιέμαι αν πρόκειται για αριστούργημα ή για ένα πολύ κακό βιβλίο (χωρίς ενδιάμεσα). Η τελική μου ετυμηγορία είναι μάλλον δύσκολη ακόμη και τώρα και η αίσθησή μου είναι πως αυτό το βλίο θα ήταν καλύτερο κατά πολύ αν ήταν το μισό σε μέγεθος και αν του έπαιρνε το διπλάσιο χρόνο να το γράψει. Το σίγουρο είναι πως παρόλο που είναι το απλούστερο στην γραφή με διαφορά, δύσκολα θα το πρότεινα σε άλλους που δεν τον έχουν γνωρίσει από άλλα βιβλία του.

O Άρης και η Μαγεία του Έρημου Τοπίου

Γράφει κάπου στο ‘Ταξιδεύωντας - Αγγλία’ ο Καζαντζάκης για την έλλειψη ησυχίας που έχει το ελληνικό τοπίο. Στην Ελλάδα τίποτε δεν είναί ήσυχο, τίποτε δεν είναι ερημικό. Όλες οι εποχές, όλες οι περιοχές, όλες οι ώρες έχουν έναν θόρυβο σε υψηλά ντεσιμπέλ να βομβίζει τα αυτιά με τρόπο που η συνείδηση - συνήθως - το αγνοεί.

Απόλυτη ησυχία δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

null

Περπατώντας πριν κάποια χρόνια στα πέτρινα πεζοδρόμια των Yorkshire Dales αντιλήφθηκα μέσα σε λίγες ώρες τόσο την φράση του Καζαντζάκη όσο και τον - από μνήμης - θόρυβο που κυριαρχεί στην Ελληνική ησυχία. Ίσως αυτή η έλλειψη αισθήσης να είναι από τα πιο περίεργα πράγματα που έχει καταγράψει η μνήμη μου. Παραδόξως όπως ο ελληνικός ‘θόρυβος’ δεν καταγράφεται από την ελληνική συνείδηση έτσι και η εγγλέζικη παρέα μου δεν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει αυτή την έλλειψη αισθήσεων που βάραινε στ’ αυτιά ωσπου - χάρις τον Καζαντζάκη ίσως - να την αναφέρω εγώ.

Βλέπωντας την χτεσινή εικόνα του Άρη από το Phoenix

Αρης ο αρχηγος των ατακτων

εκείνη ησυχία στο Yorkshire ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα. Μπορεί να είμαι άνθρωπoς της φασαρίας, του θορύβου, της ανακατωσούρας και της αταξίας, μα δεν μπορώ να κρύψω μια μαγεία που νιώθω γι’ αυτήν πραγματικά απόλυτη ησυχία που ξέρω πως κυριαρχεί σε αυτην την φωτογραφία.

Αυτός δεν είναι ο Άρης ο φορέας του πολέμου (ούτε ο Άρης ο Αρχηγός των ατάκτων). Είναι ο Άρης της απόλυτης ηρεμίας, ο Άρης ο γεννήτορας της ζωής.

Αυθεντικό και αντίγραφο (πάλι)

Για άλλη μια φορά κάτι σχετικό με τις έννοιες αυθεντικό και αντίγραφο, αυτή τη φορά από την εξαιρετική σειρά του BBC Ways of Seeing του John Berger (1972). Αξίζει στ’ αλήθεια να δεί κανείς όλη την σειρά στο youtube. Είναι 16 τμήματα (4 εκπομπές από 4 κομμάτια η καθεμία). Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι το δεύτερο μέρος του πρώτου επεισοδίου.

‘Lunar Park’, Bret Easton Ellis

To έχω ξαναγράψει, δεν μ’ αρεσεουν τα βιβλία που μιλάνε για συγγραφείς. Η εσωστρέφεια αυτού του τύπου έχει κάτι απίστευτα ναρκισσιστικό επάνω της και πολλές φορές αναδεικνύει πως ο συγγραφέας ή έχει πάψει να κατεβάζει ιδέες ή απλώς ζει μια τόσο εσωτερική - και ρηχή ζωή - που δεν κλείνεται τίποτε άλλο στο μυαλό του πέρα από τον εαυτό του και τις καθημερινές του νευρώσεις.

Τα πράγματα είναι διαφορετικά με το Lunar Park όμως μόνο και μόνο από το γεγονός ότι ο Bret Easton Ellis δεν κρύβει την εσωστρέφειά του αυτή από την πρώτη κιόλας σελίδα όπου ορίζει τον εαυτό του σαν τον ήρωα του βιβλίου. Ότι ακολουθεί στις επόμενες σελίδες είναι μια αυτοβιογραφία ή τουλάχιστον μια διήγηση που στηρίζεται στον ίδιο και τα συναισθήματά του και προσπαθεί να κλείσει όσους ανοιχτούς λογαριασμούς είχε αφήσει με τον εαυτό του και με τον κόσμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το πολύ American Psycho, γραμμένο με γενικό πρότυπο τον πατέρα του Ellis, ύστερα από χρόνια στοιχειώνει την ζωή και την (αχεμ) ηρεμία της οικογένειας του Ellis με τρόπο που θυμίζει Stephen King στις καλύτερες κινηματογραφικές μεταφορές του (από το βιβλίο λείπει η φλυαρία του King και η ατμόσφαιρα του τρόμου φτιάχνεται αριστοτεχνικά και στιγμιαία σχεδόν από τον Ellis με τρόπο που σίγουρα και ο ίδιος ο King θα ζήλευε).

Ίσως τελικά να πέφτει σε κάποια κλισέ το Lunar Park, τόσο όσον αφορά στην ακατάσχετη ναρκωτικολογία - που σίγουρα φέρνει γέλιο πολλές φορές - όσο και στον τρόπο με τον οποίο γίνεται τελικά η συμφιλίωση του Ellis με τον πατέρα του, όμως είναι σημαντικό πως ένα τόσο εσωτερικό και προσωπικό βιβλίο γυρνάει στον αναγνώστη σαν ένα ευχάριστο - αν και τρομακτικό ίσως - ανάγνωσμα.

H Νοσταλγία της Επιστροφής

Άνοιξε το κουτί με τις παλιές φωτογραφίες και ξεκίνησε να τις ξεφυλλιζει. Οι παλιές διακοπές γίνανε κινηματογραφική προβολή στα μάτια του. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να συγκινηθεί περισσότερο για τις φωτογραφίες των προσώπων που άλλαξαν τόσο, ή για τις απρόσωπες, αυτές που κράτησαν τον χρόνο της μοναξιάς αμετάβλητο.

Απαγορευεται το Καπνισμα

‘England, England’, Julian Barnes

Είτε το θέλουμε είτε όχι ζούμε σε μια κοινωνία που κέντρο της είναι η έννοια της ‘αντιγραφής’. Η μαζικότητα της παραγωγής, η ευκολία της αναπαραγωγής, η ‘ίωση’ της μίμησης, έχει μετατρέψει σε πλαστές ακόμη και τις ίδιες τις ιδέες που έχουμε σαν συλλογική συνείδηση για το αυθεντικό και το κίβδηλο.

Η έννοια αυτή της σχέσης μεταξύ πλαστού και αυθεντικού με έχει απασχολήσει στο μυαλό και στα κείμενά μου και στο παρελθόν (Αντι-κείμενο, Η εποχή του πλαστογράφου, The Recognitions, Fender Stratocaster Blackie) μια που για μένα είναι ίσως το πιο έντονο χαρτακτηριστικό της ανθρώπινης πραγματικότητας σήμερα και έτσι νομίζω πως είναι μάλλον περιττό να μιλήσω γι’ αυτό παραπάνω στο πλαίσιο του βιβλίου.

Το England, England είναι μια πολυεπίπεδη ιστορία ενός αντιγράφου που καταλήγει να είναι το ‘τέλος’ του πραγματικού (με όλες τις έννοιες τις λέξεις τέλος). Περισσότερο και από ένα Πλατωνικό ανάλογο στο οποίο η επαφή μας είναι με τα κίβδηλα κατασκευάσματα των ιδεών του εδώ κόσμου, το αντίγραφο της χώρας στο βιβλίο παίρνει την θέση του αυθεντικού με ξεκάθαρο και δικαιολογημένο τρόπο.

Όμως, έχετε νιώσει ποτέ διαβάζοντας ένα βιβλίο πως ενώ η ιδέα είναι καταπληκτική το deliverance της ιδέας έπασχε σε πολλά σημεία και κατάντησε στο τέλος να είναι μια λίγο πολύ κλισαρισμένη διήγηση; Όσο και αν τεχνικά και στυλιστικά σωστό να ήτανε το England, England για μένα τελικά άφησε την γεύση της αποτυχίας στο στόμα, περισσότερο γιατί δεν μπόρεσε τελικά να κάνει και ο ίδιος ο Barnes την υπέρβαση της αυθεντικότητας.

Fender Stratocaster Blackie - Η ιστορία μιας κιθάρας

blackie

Το τέλος της δεκαετίας του 60 ήταν καθοριστικό για την ζωή του Eric Clapton. Οι Cream και οι Yardbirds ήτανε πια πίσω του οριστικά, στην πλάτη του κουβαλούσε το βαρύ φορτίο του ‘Clapton is God’, η προσωπική του ζωή ήταν διαλυμένη και ο εθισμός του στην ηρωίνη πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο. Όμως ο Clapton είχε κατάλαβει πως είχε αποκτήσει κάτι πολύ δύσκολο: φίλους. Ανθρώπους που δεν ήταν απλώς συν-παίχτες του αλλά που θα βρίσκονταν εκεί για όλα όσα θα του συνέβαιναν στο υπόλοιπο της ζωής του.

Η Blackie, ξεκίνησε σαν μια αγορά για φίλους. Το 1970 ο Clapton βρέθηκε σε ένα μαγαζί που πουλούσε μεταχειρισμένες κιθάρες στο Nashville του Tennessee και αγόρασε για τους φίλους του σε εξευτελιστικές τιμές 6 Fender Stratocaster φτιαγμένες στην δεκαετία του 1950. Ο Clapton ως εκείνη την στιγμή έπαιζε κυρίως Gibson Les Paul και η αγορά των Stratocaster έγινε με τον Steve Winwood στο μυαλό του. Από τις 6 Stratocaster δώρισε τις τρεις στον Winwood, τον Pete Townsend (που θα τον σώσει αργότερα από την ηρωίνη) και τον George Harrison και κράτησε τις άλλες τρεις για τον εαυτό του, χωρίς όμως να είναι ευχαριστημένος από καμιά τους. Σκέφτηκε τότε να στήσει μια κιθάρα διαλύοντας τις τρεις Stratocaster που απέμειναν και στήνοντας μια νέα κιθάρα με βάση τα καλύτερα στον τελικό ήχο κομμάτια τους. Αυτή ήταν η Blackie, η μόνιμη πια σύντροφος του Clapton που θα είναι μαζί του through highs and lows.

Τα αντικείμενα αποκτούν χαρακτήρα μόνο μετά από την χρήση τους και στην τελική ανάλυση ένα καινούριο αντικείμενο είναι πολύ πιο άσχημο από ένα φθαρμένο. Ο Henry David Thorough γράφει κάπου στο Walden για το πόσο χειρότερα είναι τα καινούρια ρούχα από τα παλιά που έχουν φθαρεί με τέτοιο τρόπο πάνω στο σώμα που να αποτελούν δεύτερο δέρμα του. Έτσι και η φθορά της Blackie πάνω στην καθημερινή αγκαλιά του Clapton μπορεί να ήταν μοιραία για την ίδια, ήταν όμως αναπόσπαστο κομμάτι της καριέρας του Clapton. Ο χαρακτήρας της Blackie δεν ήταν μόνο οι χαρακιές, τα καψίματα από τα τσιγάρα και η σβησμένη από το κορμί λάκα αλλά ήταν και η αντίστοιχη ωρίμανση στον ήχο του Clapton που δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς αυτήν.

Η Blackie συνταξιοδοτήθηκε – με λίγη ζωή μέσα της- οριστικά το 1991 και το 2004 πουλήθηκε σε δημοπρασία για το απίστευτο ποσό των $959.500 (τα έσοδα διατέθηκαν στο κέντρο αποτοξίνωσης που ίδρυσε ο Clapton) και όπως συμβαίνει με αυτού του είδους τις δημοπρασίες δεν πουλήθηκε το αντικείμενο μα το σύμβολο, ο χαρακτήρας.

Πριν ένα χρόνο η Fender έβγαλε στην κυκλοφορία 185 κλώνους της Blackie που αντιγράφτηκε ως την τελευταία χαρακιά, ως το τελευταίο κάψιμο από τα τσιγάρα του Clapton προσπαθώντας να αντιγράψει μαζικά όχι το αντικείμενο μα τον χαρακτήρα, το σύμβολο πίσω από την Blackie. Η αντιγραφή του συμβόλου Blackie τιμάται προς $24.000 και τα 185 αντίτυπα θα διατεθούν σε όσους προλάβουν. Κάποια πράγματα σήμερα ίσως να μην είναι ανεκτίμητα τελικά.

ΥΓ. Το κείμενο αυτό είχε γραφτεί πριν ενάμισι χρόνο, μα επειδή σχετίζεται με κάποιον τρόπο με το England, England του Julian Barnes που διαβάζω αυτή τη στιγμή είπα να το βγάλω από την ναφθαλίνη.

Birefringence and History in ‘Against the Day’

When I started the second reading of Against the Day I had planned to write something on the importance of Light in Against the Day and its apparent significance in the story and underlying meaning – if any ;) - of the book. Light, as we mentioned in the past seems to play a rather significant part as an element that seems to be undergoing the most important change in the minds of scientists of the era, and in Against the Day it seems to be a symbol of the shape of the things to come under the series of revolutions that followed in politics, art and science. However, half way through reading the book I was struck by the rather profane and rather specific use of light in Against the Day in the phenomenon of birefringence (double refraction) and I somehow decided to abandon temporarily the first project and focus on ‘splitting’ in Against the Day. These thoughts mentioned here are by no means complete and aim only to focus on my ideas on the significance of this in Against the Day.

Against the Day for me is mainly a novel about history, the nature of history and its implications on human life. As I had written in the first review I wrote about Against the Day last year Pynchon is following a rather neo-Marxist approach on the significance of the actions of the individual which seem to play little – if any – role in the course of history. Under this specific ‘conclusion’ where does ‘splitting’, bi-location, birefringence etc come in?

One of the first lessons that I learned when I started studying History of Science back in 1990 was that ‘there are no “ifs” in History’. History is the result of a specific chain of events that have led to the present and the immense amount of degrees of freedom involved make any ‘ifs’ part of the most obscure and non-falsifiable speculation and certainly not part of the science of history. Yet, the beauty of the ‘forking paths’ and their effect on things to come seem to be attracting so much attention that are a rather indispensable part of almost any historic novel.

Under this perspective Against the Day is a novel about multiple realities and histories as a result of all the possibilities that arise when choices are there to be made:

‘Multiple Worlds,” blurted Nigel, who had floated in from elsewhere.
‘Precisely!’ cried the Professor. ‘The Ripper’s “Whitechapel” was a sort of momentary antechamber in space-time… one might imagine a giant railway depot, with thousands of gates disposed radially in all dimensions, leading to tracks of departure to all manner of alternative Hiostories…’

Page 682

and again in page 746:

Reef turned and went glaring away, shoulders hunched, up onto the Ponte degli Scalzi, soon absorbed into a mobility of hundreds of separate futures whose destiny could not be told in any but a statistical way. And that was that.

So, birefringence symbolizes in this respect the basic splitting process of the alternate realities and histories as followed by the ordinary and extraordinary ray in this double refraction that eventually leads to all ‘statistically discussed’ possibilities (something which was also mentioned in Vineland).
However, there is more than meets the eye here, as Pynchon does not simply leave the Universe in the chaos of the infinite histories. Pynchon somehow seems to believe in an order in this chaos, under the general idea of ‘strange attractors’ as events to which history eventually converges no matter what the individual choices of the splitting are.

‘it may be,’ Cyprian said as gently as he thought he had to, ‘that God does not always require us to wander about. It may be that sometimes there is a – would you say a “convergence” to a kind of stillness, not merely in space but in Time as well?’

Page 958

And this convergence in a sense works in accord with the rather bleak – at first sight at least – idea that individuals choices play no role in the evolution of History, but History proceeds with its own statistical laws that lead to specific centers of convergence, in space and time as well. The optimistic psyche in Pynchon raises the theory that this is a convergence to the best of things, to a world in which

…any wish that can be made is at least addressed, if not always granted.

Page 1085

Against the Day, a novel about the turbulent ‘paradigm shift’ days at the turn of the 19th century is a novel about forking paths and a novel about the world, or what the world would have been should an adjustment or two were made back then. That’s exactly why the reader must decide and beware.

No 2

Αν και η Τυχαία Εισοδος δεν έχει βρει τον δρόμο της ακόμη, εδώ και κάποιο καιρό σκέφτομαι πολύ έντονα την συνέχεια και κάνω πλάνα επί μπλε χάρτου για ένα δέυτερο βιβλίο που σκοπός είναι να γραφτεί ως το φθινόπωρο (το πρώτο ντραφτ του τουλάχιστον). Στο πλαίσιο αυτό, και για πρώτη φορά ίσως αισθάνομαι να με κατακλύζουν σκέψεις που αφορούν στην ‘μετα-λογοτεχνία’ και στην κάθαρση του γραψίματος σε συνδυασμό με όλες τις υπόλοιπες συνθήκες της ζωής μου. Θα ήθελα πραγματικά να σημείωνα εδώ αυτές τις σκέψεις μα φοβάμαι πως είναι τόσο σπασμωδικές και τόσο λίγο συνεπείς μεταξύ τους που δεν γνωρίζω καν τι ανάγνωση θα έκαναν. Το σίγουρο είναι πως νιώθω τελικά πως δεν έχω ξεκαθαρισμένη άποψη για να μπορέσω να την υποστηρίξω με κάποιο τρόπο. Απλώς σκέφτομαι…

…και χτες είχα την τύχη να πέσω πάνω στην παρακάτω συνάντηση μεταξύ του George Simenon και του Ian Fleming που ίσως να έριξε περισσσότερο λάδι στην φωτιά της ασυνέπειας των σκέψεων μου από ότι έπρεπε. Έχει κάποια εξαιρετικά κομμάτια αυτό το άρθρο μα θα αναφέρω μονάχα το τέλος του όπου αναφέρεται ότι:

From Simenon: ‘I wouldn’t let my sons be writers if I could help it. It’s better to go into banking or insurance. But, if you MUST write . . . write. But keep away from literary circles, where people only TALK books, but seldom WRITE them.’

Το θέμα είναι πως ακόμη και έτσι δεν μπορώ να αποφασίσω αν έχει μια μεγάλη δόση υπερβολής η παραπάνω παράγραφος.