Μια αληθινή ιστορία

Το πρωί, πέντε η ώρα, όλα ήτανε ήσυχα. Το πρωί ήτανε κρατημένο από δύο κλαδιά πού ακουμπούσανε εδώ και χρόνια στο τζάμι της κουζίνας και με τον αέρα χτυπούσαν τα μηνύματα τους σε όλους μέσα στο σπίτι. Το πρωί, ήτανε ένα γλυκό τσαμπί μιας ξενοιασιάς πού όμοια της δεν γνώρισε ανθρώπου νους.

Πόσο δύσκολο είναι να ξυπνήσεις. Πόσο δύσκολο είναι να σηκωθείς και να προχωρήσεις μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με μόνο φως το φως τής ψυχής σου. Δεν ήθελε να σηκωθεί. Δεν ήθελε. Έτσι μόνη τώρα εδώ και λίγες ώρες δεν της έμεινε παρά ή ζέστη από το στρώμα, ή εικόνα της ζωής πού ξέφυγε από την πορεία της ή μοίρα πού μάς πήρε όλους το κατοπι. Κάτω από το πάπλωμα το άσπρο νυχτικό είχε μαζευτεί στραβά κάτω από το σώμα της και τα πόδια της είχαν ιδρώσει ακουμπισμένα το ένα πάνω στο άλλο. Είχε ταχυπαλμία μα ήταν φυσικό. Είχε ταχυπαλμία κάθε πρωί. Μα κάθε πρωί στα τελευταία πέντε χρόνια. Κάθε πρωί, κάθε μεσημέρι και κάθε βράδυ. Κάθε στιγμή και κάθε ώρα. Όλα είχανε γίνει τοσο μα τοσο φυσιολογικά. Πώς να ζήσεις έτσι πώς να ηρεμήσεις;

Τίναξε με το χέρι της τα σκεπάσματα και η γωνία από το πάπλωμα την άφησε ξεσκέπαστη. Ό θόρυβος τού πρωινού και το κρύο άγγιξαν το κορμί της και εισχώρησαν βαθιά. Όλα θα ήταν τοσο εύκολα σήμερα. Και τοσο μα τοσο ήσυχα. Σαν ψεύτικη της φαίνονταν τούτη τη στιγμή, σαν να μην μπορούσε κανείς να νιώσει τοσο ανάλαφρος. Όλα θα λύνονταν όλα θα περνούσαν όλα θα γινόταν διάφανα και καθαρά σαν ένα κρύσταλλο, σαν το μεγάλο κρυστάλλινο βάζο πού τούς είχαν χαρίσει στο γάμο τους και πού τα παιδιά έριξαν κάτω και το θρυμμάτισαν σε χίλια μικρά κομμάτια πού για χρόνια μετά συνέχισε να βρίσκει κάτω από καναπέδες έπιπλα και πρόσωπα σ΄ όλο το σπίτι.

Σηκώθηκε. Ή ώρα δεν περνούσε όπως ποτέ δεν περνά το πρωί. Δεν την ένοιαζε, δεν βιαζόταν μα δεν ανησυχούσε κιόλας για τίποτε. Πέρασε ένα χέρι στα μαλλιά της και πήγε προς το μπάνιο. Κάθισε στη λεκάνη σηκώνοντας το νυχτικό της και κατεβάζοντας το εσώρουχό της. Ο γλυκός θόρυβος της ροής ξύπνησε μέσα της μία δίψα και μία αναπόληση για άλλες στιγμές για άλλα πρωινά και διαφορετικές ημέρες πριν από πολλά χρόνια όταν ήταν παιδί, όταν δεν υπήρχε τίποτε από όλα αυτά γύρω της. Χαμογέλασε και βγήκε προς το δωμάτιό της. Με μια παιδιάστικη χάρη πέταξε το νυχτικό και άφησε το κορμί της να λάμψει στο σκοτεινό δωμάτιο. Άνοιξε τη ντουλάπα και κοίταξε τον εαυτο της στον καθρέφτη. Δεν έμεινε τίποτε πια πού να μη ξέρει πού να μην αναγνωρίζει πού να φοβάται. Όλα ήτανε πια τοσο γνωστά και τοσο πεζά. Τοσο αδιάφορα. Για όλους και για την ίδια. Μόνο στα πρωινά πού κοιτούσε τον εαυτο της στον καθρέφτη ξέφευγε κάποια ακτίνα ιδιοτροπίας από το κορμί της και έμπαινε στον νου της σαν χαμόγελο από περαστικό διαβάτη. Και τοτε χαμογελούσε κι αυτή. Ένα χαμόγελο τοσο μα τοσο ειρωνικό. Μια γελοιότητα γραμμένη σε μια γκριμάτσα τού προσώπου χωρίς κανένα πραγματικό αντίκρισμα. Τι ώρα νάταν;

Έσκυψε και φόρεσε το παντελόνι της. Ένα εφαρμοστό μπλού τζήν πού μόλις χωρούσανε τα χέρια της στις τσέπες. Φόρεσε και την μαύρη της μπλούζα πού αγαπούσε πολύ ό Γιάννης και προσπάθησε νά ζεστάνει τά ρούχα της μέ το κορμί της. Πόσο μονόδρομα ήτανε όλα. Πόσο οδηγούσανε όλα στο ΄διο σημείο. Απ΄ το ζεστο στο κρύο, απ το πρωί στο βράδυ, απ την τάξη στην αταξία απ΄ την ζωή στο θάνατο. Από την γέννηση τού χρόνου μέχρι και το τέλος του όλα ακολουθούσαν τον ίδιο ρυθμό και την ίδια απελπιστική κατεύθυνση. Μά ήξερε πολύ καλά πώς δέν ειναι δυνατον νά υπα΄ρξει τέλος χωρίς αρχή, ζεστο χωρίς κρύο, βράδυ χωρίς πρωί, τάξη χωρίς αταξία. Θάνατος χωρίς ζωή. Κι αυτο της ήτανε αρκετο γιά νά της γεμίσει το νού μέ την απάντηση σέ ολα της τά ερωτήματα, μέ μιά σιγουριά ανείπωτη, απρόσωπη. Ατρόμητη.

Στην κουζίνα γέμισε το ποτηρι της μέ κρύο γάλα και κοίταξε την μέρα πού ξεκινούσε από την ανατολή. Καλή μέρα θά ήταν. Χειμωνιάτικη μά καλή. Γεμάτη ελπίδα και ξενιασιά. Όλα άλλωστε πρέπει νά είναι γεμάτα ελπίδα και ξενιαστά. Σήμερα. Εκείνη την στιγμή περσότερο από κάθε άλλη. Το πρωινό εκείνο περισσότερο από κάθε άλλο. Άνοιξε σιγανά το ραδιόφωνο νά μην ξυπνήσει τά παιδιά. Τοσο δύσκολο νά διαλέξει κανείς σταθμό τά πρωινά. ‘So take a look at me now, here stands just an empty space, and youre coming back to me is against all odds, it’s the chance I ve got to face’ ούρλιαξε ό Phil Collince και γρήγορα άλλαξε τον σταθμό σέ κάτι άλλο. Τά λόγια τού εκφωνητή μίλησαν γιά ένα κομάτι κλασικής μουσικής από κάποιον συνθέτη ονόματι Μάλερ πού δέν είχε ποτέ της ξανακούσει. Οι πρώτες συγχορδίες της αρεσαν και το άφησε νά παίζει πίνωντας την τελευταία γουλιά και πηγαίνωντας στο δωμάτιο των παιδιων. Καθώς μπήκε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο με την γλυκιά μυρουδιά αποφάσισε πώς έπρεπε νά κλάψει. Μά σταμάτησε και απλώς προχώρησε πρός τά τρία κρεβάτια μέσα στο ημίφως της μουσικής.

Η μεγάλη, ή Μαρία είχε κλείσει τά εννιά πρίν από ένα μήνα. Πώς νά της εξηγήσει. Πώς νά την κάνει νά καταλάβει; Δέν υπήρχε λόγος. Ήξερε μονάχα πώς θά την μισούσε. Μά δέν είχε πιά άλλη επιλογή. Τί θά έκανε τί θά σκεφτοταν; Σημερα αύριο και γιά πάντα. Τί θά γινότανε μές στην καρδιά της. Χάιδεψε τά μακρυά μαλλιά χωρίς νά αγγίξει το κορμί. Δέν θά μπορούσε νά αντέξει την ζέστη τού κορμιού εκείνο το πρωί. Μονάχα θά ήθελε νά δεί τά μάτια της, μά δέν ήθελε νά την ξυπνήσει. Και έτσι την άφησε και πηγε στο διπλανό κρεβάτι.

Ο Γιώργος. Έξι χρονών και τοσο μά τοσο όμορφος. Μέ τά ξανθά μαλλάκια του και τα γλυκά του χείλη πού της στολιζαν το μαγουλο μέ φιλάκια τοσες φορές κάθε μέρα. Τον αγαπούσε τοσο και την αγαπούσε τοσο. Τώρα τί θά έλεγε. Τώρα και αύριο και πάντα. Όλα θά ήτανε ένα όνειρο γι αυτον. Σέ έναν ύπνο από τον οποίο δέν θά μπορούσε νά ξεφύγει. Νά έβλεπε άραγε κάποια στιγμή τον μονόδρομο στον οπποίο βρισκόταν; Τί ερώτημα κι αυτο; Τοσο μά τοσο ανόητο και τοσο μά τοσο παράλογο. Τον σκέπασε μέ το πάπλωμα του και αφησε μόνο το κεφαλάκι τουέξω. Νά μην ξυπνήσουν μόνο. ξανασκέφτηκε.

Και η Σοφία. Η μικρή. Μόλις τεσσάρων. Μέ τά κοντά μαλλάκια της και το μικρό της χεράκι ακουμπισμένο γλυκά πλάι στο πρόσωπό της. Ας είναι. Ας είναι όλα όπως πρέπει νά είναι. Ας είναι η ζωή γεννημένη από τίς ψυχές πού διαλύονται σάν καπνός σέ κλειστο δωμάτιο, αφήνωντας μιά ιδέα και μια μυρουδιά. Γιά νά μάς ζεί. Νά μάς κραταέι όλους τούς υπόλοιπους. Και την μικρή Σοφία πού θά θελε τοσο νά σφίξει στην αγγαλιά της. Ίσως θά πρεπε νά κλάψει τωρα. Μά ούτε και τώρα θά μπορούσε. Όλα θά τέλειωναν εκει αν είχε την δύναμη νά κλάψει. Μά την είχε χάσει εδώ και χρόνια. Εδώ και αιώνες και χιλιετίες. Όλες οι γυναίκες έχασαν την δυναμη νά κλαίνε με την Ευα. Και ποιός την κέρδισε; Όχι βέβαια οι άντρες, μά ίσως το φίδι. Ίσως τά παιδιά. Και οι τρελλοί κι οι καθυστερημένοι πού τούς βλέπεις στά ψυχιατρεία μέ ρυάκια από δάκρυα σκαμένα στά παραμορφωμένα πρόσωπά τους.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της και ξαναμπήκε στην κουζίνα. Πίσω της ό ήλιος την χαιρετούσε. Κάθησε στο τραπέζι και πήρε μιά μονάχα βαθειά ανάσα. Στο χέρι της βρέθηκε πολύ γρήγορα το πιστολι και ο θόρυβός του την κοίμισε γιά παντα. Το πρωί ήταν ακόμη ήσυχο, το δέντρο συνέχισε νά χτυπάει το τζάμι λές και ήταν άνθρωπος πού ήθελε νά περάσει μέσα.

Advertisements

~ από basileios στο Φεβρουαρίου 16, 2007.

5 Σχόλια to “Μια αληθινή ιστορία”

  1. γιατί αυτοκτονεί?

  2. κανείς δεν έμαθε… (ειναι παλιά ιστορία που συνέβη σε ξαδέρφη φίλου μου πριν χρόνια).

  3. Από την πρώτη παράγραφο σκέφτηκα την Σύλβια Πλάθ. Και δεν έπαιξα πολύ έξω. Γιατί αυτοκτονεί ρωτάει ο NewManifesto. Μας φαίνεται πιο εύκολο να το απαντήσουμε από το γιατί πεθαίνουμε. Αλλά είναι;

  4. Σου έχω κάνει και πάσα να γράψεις 5 πράγματα για σένα

  5. η αυτοκτονία είναι η σύγκρουση της λογικής με το παράλογο της ζωής… όταν όμως υπάρχουνε και άλλες ζωές είναι ακόμη πιο αινιγματική.

    ωραία πάσα… άντε τωρα να διαλέξω μόνο 5… 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: