‘NW’, Zadie Smith

Για 10 σχεδόν χρόνια ζούσα στον ταχυδρομικό κώδικα NW6 στο Λονδίνο και για 17 πλέον χρόνια εργάζομαι στο Lincoln’s Inn – όπως και μια από τις ηρωίδες του βιβλίου. Τα ονόματα των pub, των δρόμων, των πολυκαταστημάτων στην Kilburn High Road που εμφανίζονται μες στο βιβλίο δεν είναι για μένα απλές αναφορές. Είναι μικροί συντονισμοί του νου από μια παλιότερη εποχή που μπορεί να πέρασε αλλά δεν ξεχάστηκε και μου άφησε τις δυνατότερες συγκινήσεις και την καλύτερη ανάμνηση.

Το υπόλοιπο Λονδίνο δεν υπάρχει πουθενά. Ο κόσμος ολόκληρος είναι το ΝW (και το WC2 του Lincoln’s Inn) και η αλήθεια είναι πως και οι δύο αυτοί ταχυδρομικοί κώδικες έχουν έναν ιδιαίτερο και αναλλοίωτο χαρακτήρα που εξελίσσεται μες στην ξεχωριστή του ύπόσταση. Λάτρευα το Kilburn και το Willesden γιατί ήταν γειτονιές Ιρλανδικές στην καταγωγη, που ακόμα και η Guinness είχε ξεχωριστή γεύση – ναι δεν ταξιδεύει καλά, αλλά εκεί ήταν στην πατρίδα της – μα που η μετατροπή τους σε κέντρα κατοίκων με παλιότερη καταγωγή απ΄τις Δυτικές Ινδίες τους έδινε ένα ακόμη πιο χαρακτηριστικό άρωμα. Όσο για το Lincoln’s Inn, αν δεν το ζήσεις από μέσα, μες στις ιδιοτροπίες του αγγλικού δικηγορικού συστήματος δύσκολα μπορείς να το εκτιμήσεις και να… γελάσεις μαζί του.

Αυτό, λοιπόν, το NW είναι ένα βιβλίο που δύσκολα θα μπορέσει να τεντώσει χορδές σε κάποιον που δεν γνωρίζει αυτές τις περιοχές, όμως η ψυχρή και χωρίς συναισθηματισμό ανάγνωση από κάποιον άλλο αναγνώστη είναι μάλλον καλύτερη από την φορτισμένη δικιά μου. Η ρεαλιστικότατη αναπαράσταση της συγχρονης ζωής των χαρακτήρων του NW, της γλαφυρής μιζέριας του πολυπολιτισμού του Λονδίνου, του νιου γουειβ που οδηγεί το NW (και το WC2) στην νέα χιλιετία…

Το πιο έντονο συστατικό του NW είναι η μοντερνιστική γραφή της Smith που μοιάζει να βρίσκεται σε μια συνομιλία με τους κλασικούς Joyce και Woolf (o λόγος που διάβασα πριν 1 εβδομάδα το Mrs Dalloway ήταν η επικείμενη ανάγνωση του NW), αλλά φοβάμαι ότι ένιωσα πως στυλιστικά αυτό το στυλ που μετατρεπόταν ελαφρώς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ήταν μάλλον ένα στυλιστικό πισωγύρισμα τύπου ίνσταγκραμ – όπου παλιώνουμε τις φωτογραφίες μας γιατί έχουμε καταλάβει (ή έχουμε βαρεθεί) την πλαστικοποιημένη τελειότητα του σύγχρονου ψηφιακού. Ο μοντερνισμός του Joyce και της Woolf ήταν μια ριζοσπαστική προσέγγιση σε ένα πανίσχυρο status quo που προήλθε μέσα από μια γενικότερη κοινωνική απαίτηση για αλλαγή. Ο μοντερνισμός όμως της Smith – και του ομοϊδεάτη Self  – ανήκει μάλλον στην χιπστερική αντιμετώπιση της ζωής και της γραφής γενικότερα.

Θα έλεγε κανείς πως δεν έχει σημασία, και πως θα πρέπει να απολαύσει κανείς το αποτέλεσμα χωρίς να αναζητήσει το αίτιο, όπως απολαμβάνει το Lo-Fi φίλτρο στο Instagram χωρίς να ενδιαφέρεται για το λόγο που επιλέχθηκε αυτό όπως και η συγκεκριμένη εφαρμογή. Don’t get me wrong, η απόλαυση υπάρχει, και τουλάχιστον η Zadie Smith κατέχει τόσο καλά το παιχνίδι που όλο αυτό στο πλαίσιο του NW φαίνεται εύκολο. Απλά τελικά, και πίσω και από τον προσωπικό συναισθηματικό συντονισμό, δεν πιστεύω πως το NW μου άρεσε τόσο όσο τα προηγουμενα, White Teeth και The Autograph Man,  τα οποία πραγματικά θεωρώ εξαιρετικά – ίσως να χρειαζόταν να γράψει περισσότερα και να το αναπτύξει περισσότερο το NW. Παρόλα αυτά όμως αυτή η έλλειψη υπερβολής που χαρακτηρίζει και το NW αλλά και τα υπόλοιπα έργα της είναι μάλλον παράδειγμα προς μίμηση…

Advertisements

~ από basileios στο Δεκέμβριος 15, 2014.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: