‘Οι Κιβδηλοποιοί’, Andre Gide

Προσπαθώ να σκεφτώ εδώ και αρκετή ώρα, από την στιγμή δηλαδή που τελείωσα τους Κιβδηλοποιούς το τι ακριβώς θα ήθελα να γράψω εδώ γι αυτό το βιβλίο και νομίζω πως δε μπορώ να καταλήξω ακριβώς σε κάτι ενιαίο που θα με ευχαριστούσε. Απ’ την μια μεριά θα ήθελα να προσπαθήσω να γράψω για το ίδιο το βιβλίο, εντελώς έξω από μένα, και από την άλλη να γράψω για τους Κιβδηλοποιούς σαν μια ανάγνωση ενός βιβλίου της εφηβείας μου που ξαναδιαβάζω τριάντα χρόνια περίπου αργότερα. Φαίνεται όμως, ότι παρά την προσπάθεια αυτά τα δύο δεν μπορούν να διαχωριστούν, και φαίνεται πως η αυτο-αναφορικότητα του ίδιου του βιβλίου έρχεται να συμπληρώσει τελικά την αυτο-αναφορικότητα της ίδιας της ανάγνωσης.

Καταρχάς είναι πολύ ενδιαφέρον πως από όλα τα βιβλία της εφηβείας μου που ξαναδιάβασα χρόνια αργότερα οι Κιβδηλοποιοί ‘στάθηκαν’ καλύτερα σαν ένα μυθιστόρημα που θα θαύμαζα ακόμη και σήμερα. Όμως με έναν παράδοξο τρόπο πλέον μπορώ να αντιληφθώ γιατί ένα έργο σαν τους Κιβδηλοποιούς θα μπορούσε να θεωρηθεί εντελώς ξεπερασμένο και ξεχασμένο. Ο ρεαλισμός των Κιβδηλοποιών φαντάζει υπερβολικά πλασματικός, στα όρια του ψεύτικου, σαν κάτι που χαρακτηρίζει ένα ‘ιστoρικό μυθιστόρημα’ μιας άλλης εποχής, απ΄ αυτά που γίνονται ταινίες για να κερδίζουν το Όσκαρ Κοστουμιών, που δεν έχει να δώσει στον σύγχρονο αναγνώστη (και συγγραφέα) τίποτε καινούριο. Είναι όμως έτσι τελικά;

I think not!

Μπροστά στις δεκάδες dysfunctional families του σύγχρονου μεταμοντερνισμού η αρχέγονη περίπτωση των Κιβδηλοποιών είναι ο γίγαντας που πάνω του στέκονται – με ασταθή ισορροπία – όλες οι υπόλοιπες, ενώ οι (σοβαροί ή σατιρικοί) διάλογοι των διανοούμενων του βιβλίου δεν έχουν καθόλου ανεπίκαιρο χαρακτήρα (οι ψωνάρες είναι ίδιες σε όλες τις εποχές…) και δεν έχουν καθόλου μα καθόλου προφανή απάντηση και έτσι χρειάζονται την αυτοαναφρική επέμβαση του αναγνώστη.

Διαβάζοντας τους Κιβδηλοποιούς προσπαθούσα να διακρίνω τι ακριβώς ήταν αυτό που τους όρισε τριάντα χρόνια πριν σαν το πιο σημαντικό (μαζί με τον Τροπικό του Καρκίνου και τον Ξένο) βιβλίο της εφηβείας μου και θεωρώ πως τελικά, εκτός από την ιδέα για την λήξη της καταπιεσμένης μου παιδικής ηλικίας και της δικιάς μου επανάστασης, βρισκόταν και η θέση για την ένταξη του καλλιτέχνη μες στον υπόλοιπο κόσμο. Ο συγγραφέας, ο καλλιτέχνης του Ζιντ και των Κιβδηλοποιών δεν είναι το αποκομμένο, ψυχικά και ψυχολογικά, πρόσωπο του Πορτραίτο του Καλλιτέχνη του Τζόυς, είτε του υπαρξιστικά μάταιου Ξένου του Καμύ. Ο καλλιτέχνης του Ζιντ είναι ενεργό τμήμα της μπουρζουάδικης φιλοσοφίας, απ΄ την οποία τελικά δυστυχώς – και παρά την επανάστασή του – έχει μοναχά έναν τρόπο για να ξεφύγει… Οτιδήποτε άλλο είναι τελικά μια κίβδηλη επανάσταση, μια κίβδηλη έκφραση που δεν οδηγεί πουθενά, εκτός από την αρχή…

Τριάντα χρόνια μετά μπορώ να αντιμετωπίσω αυτό το βιβλίο μονάχα σαν ένα παλιόφιλο που γνωρίζω τόσο καλά, και που στο παρελθόν όρισε τις γραμμές της σκέψης μου αλλά και της όποιας δημιουργικής μου φιλοσοφίας. Μπορεί να μην είμαι ο ίδιος άνθρωπος μ’ αυτόν που το πρωτοδιάβασε, όμως κατά βάθος ανακάλυψα ενεργά στοιχεία που ισχύουν στην σκέψη και την θέση μου ως και σήμερα. Η αλήθεια του πλαστογράφου είναι τελικά πολύ πιο δυνατή από το ψέμα που περιγράφει…

Χάρηκα που σε ξαναβρήκα φιλαράκι. Χαίρομαι τόσο που δεν άλλαξες.

Advertisements

~ από basileios στο Μαρτίου 23, 2015.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: