‘City on Fire’, Garth Risk Hallberg

Κάθε φορά που ανακοινώνεται η έκδοση ενός καινούριου iphone χαλάει το εκδοτικό και τεχνολογικό σύμπαν για την καινούρια συσκευή, για τα πλεονεκτήματά της, για την καινοτομία της κλπ κλπ κλπ. Οι απανταχού apple fans κάνουν ουρές έξω απ΄τα καταστήματα για να δώσουν 700+ δολάρια ο καθένας για να μετέχουν στην νέα τεχνολογία πρώτοι, πριν από κάθε άλλο, και να πετάξουν στην άκρη (ή στο ebay) την μόλις 1-2 χρόνων συσκευή τους η οποία είναι πια παλιά, άσχημη, παροχημένη και εντελώς μη-cool. Το έργο αυτό όπως όλοι ξέρουμε επαναλαμβάνεται χωρίς ουσιαστικές αλλαγές τα τελευταία 10 περίπου χρόνια και έχει το όμοιό του όχι μόνο στην κινητή τηλεφωνία, αλλά και στην φωτογραφία (μεγαπίξελ πάνω από μεγαπίξελ) και στην βιομηχανία αυτοκινήτων, υπολογιστών και ‘γκάτζετ’. Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει η τεχνολογία ξεπερνάει τον εαυτό της (ή μήπως το μάρκετινγκ;), τα αντικείμενα χάνουν την αξία τους με εκθετική μείωση, ενώ τα καινούρια μοντέλα αντικαθιστούν και παραμερίζουν με αδυσώπητο τρόπο τα παλιότερα.

Και ενώ η πορεία αυτή εμφανίζεται ως το ‘στάνταρ παράδειγμα’, μπορεί να ελέγξει κάποιος στο ebay τις τιμές από τις παλιές αναλογικές φωτογραφικές μηχανές της δεκαετίας του εξήντα, ή τα μηχανικά κλασικά ρολόγια ή τα κλασικά (πλέον) αυτοκίνητα των δεκαετιών 50, 60, 70 και να αντιληφθεί πως όχι μόνο οι τιμές τους δεν είναι στον πάτο, μα συνεχώς ανεβαίνουν, ενώ ταυτόχρονα σχεδόν κανείς δεν τα αντιμετωπίζει σαν το παροχημένο iphone 1, αλλά σαν κομμάτια αισθητικής και λειτουργικότητας που όχι μόνο άντεξαν στον χρόνο μα που προσφέρουν κάτι στον χρήστη τους που κανένα νέο gadget δεν μπορεί να προσφέρει: μια εσωτερική αίσθηση τελείωσης και ποιότητας.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Μα απλά γιατί το City on Fire του Garth Risk Halberg που χωρίς αμφιβολία είναι το μιντιακό βιβλίο της χρονιάς δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ‘καινούριο iphone’ το οποίο φυσικά και θα πρέπει κανείς να εκθειάσει για τις δυνατότητές του, αλλά πολύ σύντομα θα ξεχάσει γιατί κάτι καινούριο θα σκεπάσει την μιντιακή του φωτεινότητα. Το γεγονός ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει στον χώρο των βιβλίων διεθνώς, και τα έχει ουσιαστικά μετατρέψει σε πολυσέλιδες ‘εφημερίδες’ και αναγωστικά γκάτζετ είναι κάτι που θα άξιζε να μελετήσει κανείς. (Για μένα η απάντηση δεν είναι απλή και υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες στην εξίσωση…). Το σίγουρο είναι πως ακριβώς όπως και στα άλλα αντικείμενα, κάπου στην πορεία χάθηκε κάτι που μετέτρεψε τα βιβλία από αιώνιες παρακαταθήκες ζωής και συνείδησης σε περοσωρινές φυλλάδες που σύντομα οδηγούνται στην λήθη και στην πολτοποίηση (γιατί δεν έχουν πια τίποτε να πουν…).

Από κει και πέραω τώρα, το ίδιο το βιβλίο είναι μια άκρως ρεαλιστική προσεέγγιση της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του 1970, η οποία περισσότερο από οτιδήποτε άλλο προσπαθεί να δώσει την ατμόσφαιρα και να περιγράψει την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων μέσα από την ανάπτυξη σελίδων επι σελίδων (που κατ’ εμέ) δεν οδηγούν πουθενά. Το βιβλίο διαβάζεται σαν σενάριο μιας σειράς για το ΗΒΟ (κατά την λογική του Franzen που ανέφερα αρκετές φορές στο παρελθόν) ή σαν ένα ‘ταξιδιωτικό οδηγό’ στα σέβεντις όπου ο αναγνώστης πρέπει να πάρει ‘μυρωδιά’ απ΄το πως ήταν να ζει κανείς στην πανκο κατάσταση της Νεας Υόρκης. Το κακό όμως με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς του παρελθόντος είναι πως δε μπορείς να ταξιδέψεις πραγματικά στο παρελθόν για να ελέγξεις την ορθότητα ή όχι των σελίδων τους όπως σε έναν πραγματικό οδηγό. Το περίεργο – αλλά και έξυπνο – στην περίπτωση του City on Fire όμως είναι το ότι δεν είνα βιβλίο εξαντλητικών περιγραφών, παρά τις 1000 σελίδες του, μια που ο συγγραφέας γνωρίζει τον πιθανό κίνδυνο σ’ αυτό. Το backdrop των σεβεντις, είναι επιφανειακό, είναι ψέυτικο κατά μεγάλο μέρος (και φυσικά στην ταινία – ή την σειρά! – θα το αναλάβει να το στήσει άλλο department καθαρά στυλιστικό και όχι ο συγγραφέας – σεναριογράφος.

Σίγουρα όμως όπως είπα, ακριβώς όμοια και με ένα καινούριο iphone, θα πρέπει να δει κανείς και τις τρέχουσες αρετές του βιβλίου και να μη το ξεπεράσει για τους παραπάνω λόγους. Σίγουρα είναι καλογραμμένο και σίγουρα η γλώσσική ‘επιμέλεια’ του Halberg είναι κατά πολύ ανώτερη της απλουστευτικής γραφής του Franzen, ενώ σίγουρα πρόκειται για έναν τελειομανή αλλά και σοβαρά έξυπνο συγγραφέα ο οποίος θα ήθελε – καθώς λέει – κάποια στιγμή να μπορέσει να γράψει σαν τον DeLillo. Η συμβουλή που θα του έδινα αν θέλει να τα καταφέρει είναι να κλείσει την τηλεόραση, να πάψει να αγοράζει καινούρια iphone και να διαβάσει/μελετήσει τους μεταμοντέρνους κλασικόυς. Αν δε το κάνει θα είναι ένα πραγματικό ταλέντο που θα χαθεί πιο γρήγορα από την φήμη του iphone 6.

Advertisements

~ από basileios στο Νοέμβριος 2, 2015.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: