‘ The Days of Abandonment’, Elena Ferrante

Διάβαζα πριν λίγο καιρό μια σειρά από συμβουλές του Werner Herzog προς νέους δημιουργούς στις οποίες απέτρεπε το να πάνε σε κάποια βαρετή δουλειά γραφείου, μα προέτρεπε τους νέους σκηνοθέτες να βγουν έξω στον κόσμο, να πιάσουν μια δουλειά ταξιτζή, πόρτας σε στριπτητζάδικο, φύλακα σε τρελοκομείο, με σκοπό να βρούν τα θεμέλια τόσο του κινηματογράφου όσο και της λογοτεχνίας: την πραγματική ζωή. Ο πολύς Herzog αναφέρει τον Conrad και τον Heminway σαν παραδείγματα αυτής της πραγματικής ζωής σαν βάση για την καλή λογοτεχνία, αλλά θα ήθελα να προσθέσω ένα ακόμη σύγχρονο παράδειγμα: Την Elena Ferrante.

Η πλοκή πίσω απ΄το The Days of Abandonment είναι εξαιρετικά απλή, απλοϊκή ίσως, και ακριβώς επειδή είναι απλή με αναγκάζει κατ εξαίρεση να την αναφέρω εδώ: Μια γυναίκα με δυο παιδιά που εκγκαταλείπεται από τον άντρα της και προσπαθεί να αντιμετωπίσει την εγκατάλειψη, την ζωή, τις πρακτικές δυσκολίες και την προσωπική της στάση σαν γυναίκα. Η ιστορία είναι τόσο καθημερινή και τόσο κοινή που θα έλεγε κανείς ότι θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη για έναν συγγραφέα να την ακομπήσει σήμερα στις αρχές του 20ου αιώνα μια που πιθανώς θα οδηγούσε ή στο μελό ή στην παραλογοτεχνία. Άλλωστε αυτή η τόσο κοινή ιστορία δεν έχει ειπωθεί από άλλους, (σε βιβλία ή στο ΗΒΟ);

Παραδόξως, λοιπόν, αυτή η συγκεκριμένη πλοκή, η τόσο κοινή φαίνεται να αντιμετωπίζεται με εντελώς παρθένο τρόπο από την Ferrante κυρίως γιατί η ανάπτυξή της είναι τόσο ειλικρινής και τόσο εκ βαθέων που για μένα ήταν πραγματικά μια αποκάλυψη τόσο συναισθηματική όσο και λογοτεχνική. Χωρίς να μιμείται και χωρίς να χρειάζεται να αντιγράψει κανέναν φτάνει σε ένα αποτέλεσμα που κάποιος ίσως να ονόμαζε ‘αντιφεμινιστικό’, αλλά η αλήθεια είναι πως για μένα πρόκειται για μια καθαρή μετα-φεμινιστική και ακομπλεξάριστη αντιμετώπιση η οποία πραγματικά με εξιτάρει στην ανάπτυξή της. Η πραγματικότητα της έννοιας ‘εγκατάλειψη’ στην Ferrante δεν καλύπτεται με έναν γελοίο τρόπο πίσω από ένα μπουκάλι τεκίλα, δεν σκεπάζεται καν απ΄την καθημερινότητα αλλά αποτελεί με την σειρά της έναν ‘χαρακτήρα’ στο βιβλίο που ορίζει την παρουσία του έντονα αλλά και αποφασιστικά. Απ΄την άλλη η γλώσσα της Ferrante – κάπως σαν του Χέμινγουεη – δεν χρειάζεται μαξιμαλιστικές περικοκλάδες, αλλά πίσω απ΄την απλότητά της μονάχα να θαυμάσεις μπορείς στον τρόπο με τον οποίο μεταφέρει την πραγματικότητα.

Στ΄αλήθεια φαίνεται πως ενθουσιάστηκα, έτσι δεν είναι; Κατ’ αρχάς γιατί η Ferrante γράφει γυναικεία χωρίς να φοβάται να μην αντιγράψει τον συνηθισμένο τρόπο γραφής των αντρών συγγραφέων (αμάρτημα στο οποίο πέφτουν δεκάδες γυναίκες συγγραφείς ανά τον κόσμο). Απ’ την άλλη γιατί μέσα σε 190 μόλις σελίδες καταφέρει να περάσει έντονα συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται την ανάπτυξη των 600-1000 σελίδων που ισχυρίζεται ο Φράνζεν π.χ. πως χρειάζεται για να βγάλει συναίσθημα. Ίσως τελικά ο Φράνζεν να χρειαζόταν να πιάσει εκείνη τη δουλεία στο στριπτητζάδικο τελικά. Ή απλά ίσως να διάβαζε λίγο Ferrante για να μάθει πως γίνεται…

 

 

Advertisements

~ από basileios στο Νοέμβριος 23, 2015.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: