2016 βιβλία

•Δεκέμβριος 20, 2016 • Σχολιάστε

pile-of-books

Ο απολογισμός της χρονιάς σε βιβλία… Ήταν μια καλή χρονιά, όχι μόνο γιατί εκδόθηκε το Nyos αλλά γιατί πέρασαν απ΄τα χέρια μου εξαιρετικά βιβλία:

‘The Adventures of Augie March’, Saul Bellow
‘The Noise of Time’, Julian Barnes
‘Waltenberg’, Hédi Kadour
‘The Kindly Ones’, Jonathan Littell
‘Ο κρυφος πυρήνας των ερυθρών ταξιαρχιών΄, Δημήτρης Μαμαλούκας
΄Bouvart and Pecuchet’, Gustave Flaubert
‘Albert Angelo’, B.S. Johnson
‘The manuscript found in Saragossa’, Jan Potocki
‘The Sea, the Sea’, Iris Murdoch
‘Zero K’, Don DeLillo
‘Suttree’, Cormac McCarthy
‘The Elementary Particles’, Michel Houellebecq
‘Platform’, Michelle Houellebecq
‘To Φράγμα’, Σπύρος Πλασκοβίτης
‘Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά’, Dave Eggers
‘Τι είδε η γυναίκα του Λωτ’, Ιωάννα Μπουραζοπούλου
‘Being and Time’, Martin Heidegger
‘Cosmopolitanism; Ethics in a World of Strangers’, Kwame Anthony Appiah
‘Open City’, Teju Cole
‘Ναυτία’, Ζαν Πωλ Σάρτρ
‘The Notebook, the proof, the third lie’, Agota Kristof
‘The Sportswriter’, Richard Ford
‘The Nix’, Nathan Hill
‘Here I Am’, Jonathan Safran Foer
‘Go Tell it on The Mountain’, James Baldwin
‘Father and Son’, Edmund Gosse
‘On What Matters’, Derek Parfit
‘Moonglow’, Michael Chabon
‘The Nazi Doctors’, Robert Jay Lifton
‘Swing Time’, Zadie Smith

Πάμε για μια καλύτερη χρονιά το 2017. Με λιγότερα βιβλία και περισσότερο διάβασμα…

 

‘Moonglow’, Michael Chabon

•Δεκέμβριος 13, 2016 • 3 Σχόλια

17070_254938167639_549760_n
Τον παππού μου τον συνάντησα μόλις τρεις τέσσερις φορές (ο άλλος είχε πεθάνει πριν γεννηθώ). Τον θυμάμαι πίσω απ΄την ομίχλη ενός μόνιμου τσιγάρου που έστριβε βγάζοντας καπνό από μια δερμάτινη καπνοσακούλα και παρόλο που ήταν μια σκληρή και μυστήρια μορφή – ακόμη και για τα δεδομένα της παλιάς εποχής – ασκούσε πάνω μου μια περίεργη γοητεία. Σ’ αυτές τις τρεις τέσσερις φορές που τον συνάντησα τον θυμάμαι πάντα να αφηγείται κάτι από το παρελθόν του με τρόπο εντελώς λαϊκό, αλλά ταυτόχρονα γεμάτο από ιστορία.

Ίσως αυτή η σύνδεση του ‘παππού’ με την ιστορία να είναι κάτι το κοινό που το έχουν όλοι οι παππούδες (αλλά και οι γιαγιάδες). Οι εγγονοί λοιπόν μετέχουν μ’ αυτόν τον τρόπο σε μια ιστοριογραφική αφήγηση, σε ένα μεταμοντέρνο (εξαιτίας της αναρχίας του, της μη γραμμικότητάς του, και των ελλείψεών του) ιστορικό μυθιστόρημα που ακούγεται σαν ένα ενδιάμεσο ενός παραμυθιού και μιας καταγραφής απ’ το παρελθόν που δίνει ιστρικές ρίζες στο παρόν τους. Στην σημερινή εποχή της ‘δημοσιογραφίας των πολιτών’ και της συνεχούς βροχής από πληροφορίες φαντάζει φυσικό να ενώνουμε την Ιστορία με την προσωπική μας συνείδηση με έναν τέτοιο τρόπο όμως το λεπτό και σημαντικό ερώτημα είναι το πως εγείρεται η Ιστορία πίσω απ’ αυτές τις διηγήσεις και κατά πόσο η ιστορική αυτή ΄παραμυθική’ αφήγηση οδηγεί στην πραγματικότητα του παρελθόντος (εαν και εφόσον βέβαια αυτό υπάρχει…).

Το Moonglow του Michael Chabon είναι ακριβώς μια τέτοια διήγηση παππού προς εγγονό που ξεφυλλίζει σπαράγματα από σελίδες του παρελθόντος που ορίζουν τόσο την οικογενειακή ιστορία του ήρωα όσο και γενικότερα την ιστορία του 20ου αιώνα. Φυσικά, σ’ αυτήν την αφήγηση δεν υπάρχει τίποτε που να είναι απόλυτο, δεν υπάρχει τίποτε που να μπορείς να θεωρήσεις αληθινό και πραγματικό, δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε να οδηγήσει τον εγγονό – ή τον αναγνώστη – να πιστέψει να πιστέψει πως γνωρίζει τον παππού ή την ιστορία του 20ου αιώνα πίσω απ’ αυτή την διήγηση. Και ο εγγονός και ο αναγνώστης ψάχνουν απεγνωσμένα για αλήθειες, για μικρές λεπτομέρειες που θα οριοθετήσουν κάτι το διαφορετικό, που θα ξεχωρίσουν την Ιστορία πίσω απ΄την ιστορία, αλλά και το πρόσωπο πίσω απ΄την αφηγηση. Και φυσικά το τραγικό είναι πως αυτό δεν είναι ποτέ δυνατό…

Θεωρώ τον Michael Chabon τον κορυφαίο συγγραφέα της γενιάς του, αλλά θεωρώ ότι ξεχωρίζει και πάνω από πολλές άλλες γενιές. Πρόκειται για έναν στυλίστα που πατάει γερά πάνω σε αναγνώσεις και γνώσεις και γι’ αυτό τα βιβλία του – σχεδόν όλα – είναι κάτι παραπάνω από αντιγραφές των μεταμοντέρνων των προηγούμενων δεκαετιών, ή κακές προσπάθειες μοντερνισμού, ή αποτυχημένα πειράματα νατουραλισμού. Το Moonglow είναι σίγουρα ένα απ΄τα καλύτερα βιβλία που διάβασα μες στο 2016 και το θεωρώ απ΄τα καλύτερα και του ίδιου του Chabon o οποίος φαίνεται να ωριμάζει σωστά σαν συγγραφέας και σίγουρα έχει να δώσει πολύ περισσότερα.

‘Here I Am’, Jonathan Safran Foer

•Οκτώβριος 31, 2016 • Σχολιάστε

Ομολογώ ότι ξεκίνησα να διαβάζω το καινούριο βιβλίο του Foer με μια δυσκολία. Οι προηγούμενες προσπάθειές μου να διαβάσω κάτι δικό του με ενόχλησαν αρκετά, όχι γιατί θεώρησα γιατί πρόκειται για έναν μέτριο/κακό συγγραφά ή γιατί το περιεχόμενο και η πλοκή των βιβλίων του μου φάνηκαν βαρετά. Το αντίθετο μάλιστα. Αυτό που με ενόχλησε είναι ένα πέπλο συναισθηματικού εκβιασμού που σκέπαζε τα βιβλία του και που ένιωθα να με πνίγει πλασματικά σε κάθε ανάγνωση.

Τελικά όμως αποφάσισα να διαβάσω το Here I am περισσότερο γιατί θεώρησα πως ο ώριμος πια Foer θα έχει ξεπεράσει αυτό το ‘νηπιακό συγγραφικά’ στάδιο και θα μπορούσε πίσω από αυτό το πολύ προσωπικό βιβλίο να μπορέσει να σταθεί πολύ καλύτερα και ντόμπρα απέναντι στον αναγνώστη του. Εν μέρει είχα δίκαιο, αλλά δυστυχώς εν μέρει είχα και άδικο.

Το Here I Am όπως είπα είναι ένα πολύ προσωπικό βιβλίο καιο σκοπός του είναι τελικά να μιλήσει για μια σύγχρονη οικογένεια σε διάλυση – με την μορφή που προσπάθησε να κάνει και ο Franzen στα Corrections, μόνο που ο Foer καταφέρνει να το κάνει πολύ πιο διεισδυτικά και πολύ πιο ζεστά από τον κρύο σχετικά Franzen. Ταυτόχρονα ο Foer φαίνεται άμεσα επηρεασμένος στην γραφή του σ’ αυτό το βιβλίο από τον Philip Roth, αλλά για μένα καταφέρνει να ξεπεράσει τις εμμονές του Roth βαζοντάς τες σε δεύτερη μοίρα και χαρίζοντας ένα πορτραίτο μιας σύγχρονης εβραικής οικογένειας που πραγματικά είναι πετυχημένο και εξαιρετικά λεπτομερές. Αυτή η μείξη Franzen και Roth είναι μάλλον το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Here I Am που στην τελική κατασκευή του φτιάχνει κάτι πολύ ιδιαίτερο που δεν είναι ούτε Franzen αλλά ούτε και Roth απόλυτα. Είναι όμως σίγουρα Foer.

Είναι τόσο Foer που ενώ για 500 σελίδες καταφέρνει να πετάξει από πάνω του τον παλιό ανώριμο εαυτό του, δυστυχώς τελειώνει το βιβλίο με έναν πολυπαιγμένο συναισθηματικό εκβιασμό πάνω στον αναγνώστη που θα ταίριαζε σε μελό ταινία της δεκαετίας του 50. Η αλήθεια λοιπόν είναι πως αν και το βιβλίο στο προηγούμενο μέρος του ήταν εξαιρετικό το τελευταίο μέρος του θα μπορούσε και να λείπει. Αν σας ενοχλούν και σας σαν και μενα οι συναiσθηματικοί εκβιασμοί, απλά σχίστε τις τελευταίες 60-70 σελίδες απ΄το βιβλίο και διαβάστε το υπόλοιπο.

‘Open City’, Teju Cole

•Σεπτεμβρίου 19, 2016 • Σχολιάστε

screen-shot-2016-09-19-at-10-26-35

Έχω αρκετές μέρες από την στιγμή που τέλειωσα το βιβλίο όμως για κάποιο λόγο δε μπορούσα να ξεκινήσω να γράφω γι’ αυτό. Σκόπευα μάλιστα κατά το καθιερωμένο πλέον των τελευταίων μου αναγνώσεων να μη γράψω τίποτε και να τ’ αφησω στο πλάι. Σήμερα, λίγες ώρες μετά άλλη μια έκρηξη με τραυματίες στην Νέα Υόρκη, και λίγες μέρες μετά την επέτειο των 15 χρόνων από την επίθεση στους δίδυμους πύργους αυτόματα θεώρησα πως έπρεπε να γράψω και να μη το προσπεράσω.
Πίσω από την καθημερινότητά μας αυτήν την εποχή ζούμε στιγμές που δεν ανήκουν στην ήπια κατάσταση της ρουτινίας αλλά σε στιγμές τόσο τεταμένες που όλα είναι τόσο διαταραγμένα που νιώθουμε την ‘Ιστορία’ να περνάει γύρω μας έξω απ΄αυτην την κατάσταση ισορροπίας και να μας ακουμπά στο πρόσωπο με την σκληρότητά της. Οι κοινωνίες φαίνεται δεν είναι γραφτό να αλλάζουν με ομαλούς ρυθμούς χωρίς να καταλαβαίνει την αλλαγή. Κανείς βολεμένος στην ρουτίνα του δεν αποζητά την αλλαγή και αντιστέκεται στην οποιαδήποτε κατάσταση θα τον βγάλει απ΄την θέση της ευσταθούς του ισορριοπίας. Απλά μερικές φορές η ισορροπία αυτή είναι ασταθής, και καταρρέει τόσο μα τόσο εύκολα.
Σ’ αυτήν την θέση της κατάρευσης φαίνεται πως για κάποιους από μας η καθημερινότά μας είναι γεμάτη από το παρελθόν μας, γεμάτη από την Ιστορία μας και προσπαθούμε να θέσουμε τους εαυτούς μας στην κατανόηση της κατάστασης με βάση το παρελθόν μας σαν να πρόκειται το όλο σύστημα να ανήκει σε μια ντετερμινιστική εξέλιξη με αρχικές συνθήκες στο παρελθόν που οριοθετούν το παρόν και το μέλλον μας. Όμως, τελικά, ακριβώς όπως ο ήρωας της Ναυτίας του Σαρτρ φτάνει να νιώθει αποκομμένος στην επαφή του με τον χώρο και τα αντικείμενα που τον περιβάλλον, έτσι φτάνουμε να νιώσουμε την ναυτία στην επαφή μας με την Ιστορία και την απόλυτη αποξένωση από το παρελθόν και το παρόν μας.
Ο Teju Cole γράφει για την πολυπολιτισμική Νέα Υόρκη πίσω από ένα πέπλο φόρτισης για όλο τον υπόλοιπο κόσμο και για όλη την ανθρωπότητα προσπαθώντας (ματαια;) να βρει κοινές γραμμές με όλους όσους κυκλοφορούν γύρω του αλλά και με την Ιστορία. Το πλαίσιο αλλά και η δίηγηση θυμίζει μεν αρχικά τον Σαρτρ και την Ναυτία όμως θεωρώ ότι τελικά το Open City είναι το πιο γειτονικό έργο που έχω διαβάσει στο Austerlitz του Sebald.

Από κει και πέρα τόσο ο ήρωας του βιβλίου, όσο και ο ίδιος ο Teju Cole, είναι αναγκασμένοι να ψάχνουν στο παρελθόν για όλα όσα θα μπορούσαν όχι να μας οριεθετήσουν το μέλλον ή το παρόν μας αλλά να μπορέσουν να τους επιτρέψουν να βρουν τις κοινές αρχές που οδηγούν στην σύγκλιση και όχι στην πόλωση και την απόκλιση. Γιατί τελικά ο κοινός χώρος και όσα μας εννώνουν είναι περισσότερα από όσ μας χωρίζουν. Και η θέαση του παρελθόντος μπορεί να είναι όσο διχαστικό όσο και ενωτική, φτάνει να έχει κανείς την διάθεση να την δει κατάλληλα.

‘Cosmopolitanism; Ethics in a World of Strangers’, Kwame Anthony Appiah

•Αύγουστος 29, 2016 • Σχολιάστε

Τις προάλλες διάβασα για μια μαθηματικό που στα νιάτα της εργαζόταν ως προγραμματίστρια για την NASA στο πρόγραμμα των αποστολών Apollo η οποία κάπου στην δεκαετία του 7 αποφάσισε να παραιτηθεί και να σπουδάσει εκ νέου δικηγορία για να καταλήξει να είναι μια εξαιρετικά πετυχημένη διαμεσολαβήτρια (arbitrator/mediator). Ίσως να φαινεται πολύ περίεργη μια τέτοια αλλαγή καριέρας όμως νομίζω πως η μετάβαση της από τον χώρο τον μαθηματικών στον χώρο της δικηγορίας αφορά μια εντελώς εσωτερική πρόκληση. Το True/False και το Ασπρο / Μαύρο των μαθηματικών, μπορεί να φαντάζουν δύσκολα σε κάποιον που δεν έχει την κατάλληλη παιδεία γι αυτά (και δεν έχει αναπτύξει την κατάλληλη γλώσσα επικοινωνίας που να οδηγεί στα πεδία τιμών και στις λύσεις των συναρτήσεων) όμως η γλώσσα που οδηγεί μέσα από την διαμεσολάβηση στην γκρίζα περιοχή που και οι δύο πλευρές ‘έχουν δίκαιο’ αλλα οδηγούνται σε μια συναινετική λύση είναι απείρως πιο challenging ως διαδικασία αλλά οδηγεί σε μια εξ ίσου δυναμική ικανοποίηση όταν από την απόλυτη διαφωνία καταλήγεις στην τομή της συμφωνίας και της λύσης.

Ζούμε σε μια εποχή που δυστυχώς έχουμε γεμίσει την ζωή μας με δίπολα. Απόψεις που αντικρούουν η μια την άλλη, ομάδες που με όλο και αυξανόμενο μίσος μιλούν για τους αντιπάλους τους, θρησκείες και πολιτικά κόμματα που φανατίζουν τους οπαδούς τους και πολώνουν το κλίμα γύρω τους τους για να αποκτήσουν όσο δυνατό μεγαλύτερη επιρροή επάνω τους και επάνω στην γενικότερη μάζα των ανθρώπων που υπερπληροφοερείται με ελλιπή και εξίσου πολωτικό τρόπο μέσα απ΄τα σόσιαλ μίντια. Και μέσα σ’ αυτή την περίεργη εποχή καλούμαστε να συνυπάρχουμε με τους γείτονές μας και όχι μόνο να λύσουμε μαζί τους τις όποιες διαφορές έχουμε αλλά ταυτόχρονα να εξασκήσουμε την ανθρώπινη ιδιότητα της βοήθειας προς το πλησίον μας, χωρίς να χρειάζεται να ελέγξουμε χώρα, χρώμα, χρήμα, απόψεις ή οτιδήποτε άλλο μπαίνει στην μέση.

Η ουσία είναι όμως ότι πίσω από τις όποιες διαφορές μας οι ομοιότητες είναι πολύ περισσότερες και αυτά που χωρίζουν τελικά τις απόψεις μας είναι πολύ μικρότερα και λιγότερα από όσα μας ενώνουν. Και αυτή η ουσία είναι μάλλον η βασικότερη έλλειψη κατανόησης που υπάρχει σε όλες τις πολωτικές μας σχέσεις που οδηγεί στην διακοπή της επικοινωνίας και στην συντριβή. Ο πετυχημένος διαμεσολαβητής χρησιμοποιεί αυτό το μέτωπο των κοινών αξιών ώστε να καταφέρει να φέρει τον συμβιβασμό και να οδηγήσει την πόλωση σε ύφεση, βρίσκοντας αυτ΄την οδό της επικοινωνίας που μεταφέρει στις δυο πλευρές την δυνατότητα να δουν την κατάσταση με τα μάτια της άλλης πλευράς.

Ζούμε στην εποχή που γνωρίζουμε πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους γνώριζαν οι παπούδες μας, και που συναντάμε μέσα σε μια μέρα περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους οι πρόγονοί μας θα έβλεπαν στην διάρκεια ολόκληρης της ζωής τους. Καλούμαστε απ΄την φύση μας να συνυπάρξουμε μες σ’ αυτόν τον συρφετό αγνώστων και αν όχι να μπορέσουμε να κάνουμε το καλό, να αποφύγουμε να κάνουμε το κακό προς τους υπόλοιπους με άμεσο ή με έμμεσο τρόπο. Και δυστυχώς αυτό είναι τελικά εξαιρετικά μα εξαιρετικά δύσκολο.

Το Cosmopolitanism του Kwame Appiah είναι ένα βιβλίο που μπορεί να ανήκει θεωρητικά στον χώρο της φιλοσοφίας όμως πρακτικά πρόκειται για μια απλή κοινωνιολογική ανάλυση της ηθικής που θα έπρεπε να κυριαρχούσε στον χώρο δίπλα μας. Ο Appiah είναι εξαιρετικά απλό και ΄λαικιστής’ στην ανάλυσή του και εξαιρετικά χρήσιμη η ανάλυσή του για κάποιον που θάθελε να σκεφτεί την καθημερινότητά μου με έναν κάπως διαφορετικό τρόπο, όμως η αλήθεια είναι πως σε όλα τα ζητήματα που αφορούν στα προβλήματα και στις πολώσεις που μας περιβάλλον ο Appiah δεν παίρνει ποτέ θέση και απλά αφήνει τον προβληματισμό, την λύση και τον τελικό συμβιβασμό στα χέρια (και στον νου) του αναγνώστη. Ίσως αυτό τελικά να είναι και μεγάλη επιτυχία στο συγκεκριμένο βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί απ΄όλες τις πλευρές με τον ίδιο (απόλυτα υποκειμενικό) τρόπο.

Τέλος, διαβάζοντάς του βιβλίο αισθάνθηκα μια εσωτερική ευχαρίστηση γιατί οι αξίες και οι αρχές που περιγράφονται στο βιβλίο αποτέλεσαν τμήματα της σκέψης μου και πυλώνα της κατασκευής του Nyos (που θα εκδοθεί τελικά απ΄τις εκδόσεις Κέδρος τον Οκτώβριο). Όσοι τελικά διαβάσουν και τα δύο βιβλία θα δουν τι ακριβώς εννοώ.

‘Suttree’, Cormac McCarthy

•Ιουλίου 27, 2016 • Σχολιάστε

antihome

Συνήθως δεν πρόκειται για απόφαση. Συνήθως πρόκειται για μια ‘σκάλα’ γεγονότων που σιγά σιγά σε οδηγούν σε μια ‘down and out’ ζωή έξω από κάθε κομφορμισμό και ρουτίνα, έξω από κάθε τυπική καθημερινή βλακεία και σκοτούρα. Η ζωή του άστεγου, του ρομά, του νομάδα τυχωδιώκτη ασκεί μια γοητεία στους καλλιτέχνες όμως, οι οποίοι προσπαθουν να την μιμηθούν στο πλαίσιο μιας μποέμικης ζωής, θεωρητικά μακριά από οτιδήποτε υλικό, πρακτικά όμως (σήμερα τουλάχιστον) κρατημένοι σφιχτά σε έναν μπουρζουάδικο μικροαστισμό. Ακριβώς αυτόν τον μικροαστισμό που θα ήθελαν να αποφύγουν όταν ξεκίνησαν. Ακριβώς αυτόν που θεωρούν ότι δεν έχουν, αν διαβάσεις (ή ανακαλύψεις) το έργο τους.

Από κει και πέρα υπάρχει και η άλλη γοητεία: αυτή το αναγνώστη. Αυτή η έλξη που υπάρχει στην down and out ζωή σε οποιονδήποτε ζει την καθημερινότητά του με τον πιο κοινό τρόπο και που θέλει να ανακαλύψει έναν άλλο could have been κόσμο που δεν έχει υποχρεώσεις, ξυπνητήρια δουλειές παιδιά δάνεια χρήματα τράπεζες και στόχους. Που θέλει να ανακαλύψει μια καθημερινότητα που δεν ανήκει στον δικό του περίγυρο και που συνήθως την αντιμετωπίζει με περιφρόνηση και με αντιπάθεια (γιατί φοβάται πως θα χάσει αυτά που έχει κερδίσει) αλλά απ΄την απόσταση των σελίδων ενός βιβλίου είναι μια χαρά για την φαντασία και την ‘τέρψη’ του.

Ναι, είναι ωραίο σαν συγγραφέας και σαν αναγνώστης να ‘ονειρεύεσαι’ πως είναι να ζεις σε ένα ξεχαρβαλωμένο ποταμόπλοιο και να ζεις ψαρεύοντας σε ένα βρώμικο ποτάμι μαζι με δέκα φίλους σε παρόμοια κατάσταση και στα θολά σύνορα της παρανομίας, του αλκοολισμού και της ελευθερίας αλλά μονάχα μια βραδιά χρειάζεται να κοιμηθείς στα δύσκολα (sleeping rough) και σε ελάχιστο χρόνο θα αρχίσεις να ποθείς το ζεστό σου κρεβατάκι και το ίντερνετ και το φεσημπουκ και το κινητό σου τηλέφωνο.

Ομολογώ λοιπόν ότι αυτή η ‘γοητεία’ εκ του ασφαλούς στις περισσότερες φορές με ενοχλεί αφάνταστα όταν εμφανίζεται στην λογοτεχνία πάνω απ΄ όλα γιατί τις περισσότερες φορές πρόκειται για μια υποκριτική ανάπτυξη που λίγο κρύβει την υποκρισία της πίσω απ΄την καθαρά τουριστική θεώρηση του θέματος που είναι φτιαγμένη για την τέρψη του ηδονοβλεψία που έχουμε όλοι μέσα μας και που κατά βάθος στηρίζεται στο ψέμα (ούτε καν στην μυθοπλασία). Όμως όσο και να πρσπαθήσω να μισήσω το Suttree του McCarthy για αυτόν τον λόγο δε μπορώ να το καταφέρω.

Καταρχάς το βιβλίο είναι ημι-αυτοβιογραφικό και στηρίζεται στην μποεμ ζωή του McCarthy στην δεκαετία του 60. Κατά δεύτερον το βιβλίο είναι αριστοτεχνικά γραμμένο σαν συρραφή σχεδόν αυτοτελών ιστοριών που δένουν ένα σύμπλεγμα που με ίσους όρους στηρίζεται στην πλοκή όσο και στην γλώσσα, η οποία αποτελεί το τρίτο μέλος της εξίσωσης. Ο McCarthy απλά κάνει ‘φιγούρα’ στην χρήση της αγγλικής γλώσσας και στην σμίλευση της ιστορίας της περιγραφής και των χαρακτήρων μέσα της. Ίσως να φαίνεται μεγάλη αντίφαση μια ιστορία για τους λούμπεν του Τενεσή να είναι γραμμένη με τόσο στυλιζαρισμένη γλώσσα όμως θέλω απλά να προσπεράσω αυτήν την αντίφαση και να πω πόσο ικανοποιημένος ένιωσα πίσω απ’ την ανάγνωση αυτού του αστείου, παθιασμένου, δραματικού, έντονου μοντερνιστικού αργιστουργήματος.

Τέλος αν και η αρχή του βιβλίου είναι ζήτημα μιας προσωπικής απόφασης του ήρωα ο McCarthy σε όλη τη διάρκεια τυθ βιβλίου εσωκλείει την τύχη και την ατυχία σαν οργανικούς ήρωες και δεν αφήνει και πολλά περιθώρια στον αναγνώστη να γοητευτεί τόσο, παρά να απογοητευτεί για την μποέμικη ζωή και την κατάσταση των ηρώων. Και σ’ αυτό πραγματικά είναι πολύ ξηγημένος ο McCarthy και σαν τον Thorough αντιλαμβάνεται παρά την γοητεία την ήττα του εγχειρήματος. Δεν υπάρχει γοητεία, δεν υπάρχει τίποτε γλυκό και άξιο αναπόλησης σε έναν down and out κόσμο. Μονάχα η έννοια πως βρίσκεσαι έξω απ΄την κανονική ζωή που κυλάει πλάι σου χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς για σένα. Και δεν υπάρχει τίποτε γοητευτικό σ’ αυτό.

‘Zero K’, Don DeLillo

•Ιουλίου 25, 2016 • Σχολιάστε

Σε γενικές γραμμές η ωρίμανση ενός συγγραφέα ακολουθεί δυο πορείες: ή φτάνει σε ένα πλατώ κάπου στην ηλικία των πενήντα και κατόπιν ακολουθεί μια πτώση (στην ποσότητα και την ποιότητα) της γραφής η οποία άλλες φορές είναι απότομη και άλλες προοδευτική, ή συνεχίζει να βελτιώνεται χρόνο με τον χρόνο, κείμενο με το κείμενο προχωρόντας ως το τέλος της ζωής. Ο Don DeLillo, ‘φίλος’ από τα παλιά, συγγραφέας της καλής γενιάς των αμερικάνων μεταμοντέρνων που ήταν στηριγμένοι γερά στις πλάτες του παρελθόντος (Χεμινγουει, Φιτζέραλντ, Ντος Πάσος, Μπέλλοου, Γκαντίς) προφανώς και ανήκει στην δεύτερη κατηγορία και το Zero K είναι η απλή και μοναδική απόδειξη γι’ αυτό.

Επίσης, σχεδόν όλοι πο συγγραφείς κάποια στιγμή της ζωής τους έρχονται στα κείμενά τους να αντιμετωπίσουν την έννοια του θανάτου και της καταστροφής, και η διαφοροποίηση εδώ είναι αν θα το αντιμετωπίσουν σε νεαρή ηλικία (π.χ. Πύντσον) ή σε μεγαλύτερη οδεύοντας προς το τέλος (π.χ. Γκαντίς). Φυσικά στην περίπτωση του DeLillo η έννοια του θανάτου και την παρανοϊκής ανάπτυξης της ζωής υπό τον φόβο του καλύτεται σε όλες του τις φάσεις της συγγραφής, από τότε που ήταν νέος με το White Noise, ως και το Zero K που απροκάλυπτα μιλά για το τέλος, για ένα τέλος σε διηγηματική αλλά ταυτόχρονα και δοκιμιακή μορφή. Θα άξιζε κανείς να μελετήσει την διαφοροποίηση στις ιδέες και τις σκέψεις του DeLillo για τον θάνατο στην πρόοδο του χρόνου μια που όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα στην συγγραφική του πορεία ίσως αυτό να είναι τελικά το θέμα που τον ξεχωρίζει απ’ όλους τους υπόλοιπους μεταμοντέρνους με τρόπο που η θεματολογία του και η εμμονή του με τον θάνατο θυμίζει τον…. Διονύσιο Σολωμο.

Το Zero Κ λοιπόν είναι καθαρά ένα μυθιστόρημα ιδεών σκαλισμένο πίσω από μια πλοκή που λειτουργεί σαν σκαλωσιά για το χτίσιμό τους. Η ίδια η πλοκή θα ταιριαζε απλά και μέονο σε ένα μικρό διήγημα το οποίο επεκτείνεται με την πραγματικά καταπληκτικά στυλιζαρεσμένη γλώσσα του και δημιουργεί ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος και σίγουρα ένα από τα κορυφαία βιβλία στο οπλοστάσιο του DeLillo.

Διάβασα το Zero K δυο φορές απανωτά, τη μια πίσω από την άλλη, γιατί πραγματικά η μιά δεν ήταν αρκετή, τόσο από πλευράς απόλαυσης όσο και από πλευράς κατανόησης και νομίζω πως η τελευταία φορά που έκανα κάτι τέτοιο ήταν με το Agape Agape (https://ficciones.wordpress.com/2010/10/14/agape-agape-william-gaddis/) του Gaddis που κι αυτό είναι ένα μυθιστόρημα ιδεών για το τέλος, ενός τεράστιου συγγραφέα. Αν ο DeLillo δεν γράψει άλλο βιβλίο – είναι άλλωστε 79 ετών – ειλικρινά θα κλείσει την καριέρα του με τον καλύτερο τρόπο και με μια άνοδο που κανένα βραβείο (Νομπέλ ή άλλο) δε θα μπορούσε να του δώσει.

Το μόνο κρίμα διαβάζοντας το Zero K είναι πως είναι φανερό ότι ο Pynchon, δυστυχώς, δεν μπορεί πλέον να γράψει έτσι. Ειδικά τα δυο τελευταία βιβλία του δεν ήταν καθόλου αντάξια των παλαιότερων και είναι πραγματικά κρίμα που δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό του καθώς ωρίμασε. Αλλά φυσικά αυτό δε θα ήταν ούτως ή άλλως καθόλου εύκολο.

 
Αρέσει σε %d bloggers: