‘Omon Ra’, Victor Pelevin

•Φεβρουαρίου 28, 2017 • Σχολιάστε

screen-shot-2017-02-28-at-09-18-57

Όλα τα αγόρια της εποχής μου ήθελαν να γίνουν αστροναύτες. Η δεκαετίες του 60 και του 70 ήταν γεμάτες από ένα όραμα για τον άνθρωπο που είχε ξεπεράσει τα όρια του πλανήτη, η φαντασία είχε συνδεθεί με την πραγματικότητα, το σταρ τρεκ, το σταρ γουορς, η οδύσσεια του διαστήματος, το σολάρις, δεν ήταν απλά χολλυγουντιανά κατασκευάσματα αλλά στηρίζονταν στην επιστήμη και την τεχνολογία που βρσκόταν δίπλα μας και αποτελούσε καθημερινό μας θέμα συζήτησης και κάθε χρόνο νιώθαμε πως πηγαίναμε μακρύτερα ψηλότερα ανοίγοντας νέους δρόμους where no man has gone before.

[Λυπάμαι τα νέα παιδιά που η μόνη τους διέξοδος είναι να βρουν μια θέση στην αστυνομία και την πυροσβεστική για να έχουν μόνιμη δουλειά. Λυπάμαι τα παιδιά που το μακρινότερό τους όνειρο είναι μια θέση σε ένα ριάλιτι και μια εφήμερη δόξα χωρίς νόημα και ουσία. Αν υπάρχει κάτι που αντικατοπτρίζει περισσότερο την κρίση μας είναι ακριβώς αυτή η στενότητα στις φιλοδοξίες των νέων παιδιών που περιορίζονται τόσο σε μια ψεύτικη και μάταιη παροδικότητα]

Φαίνεται λοιπόν ότι ακριβώς την ίδια άισθηση που είχαμε και μεις είχαν και τα παιδιά, στην απέναντι πλευρά του ψυχρού πολέμου στην Σοβιετική Ένωση. Και φαίνεται πως με τον ίδιο τρόπο που και μεις ονειρευόμασταν το διάστημα το ιδιο και εκείνα τα παιδιά έψαχναν την διέξοδό τους μακρυά από τον πλανήτη. Αλλά και μακριά από την ίδια την Σοβιετική Ένωση. Όμως όπως σχεδόν όλα όσα γινόταν εκείνες τις δεκαετίες στη Σοβιετική Ένωση χαρακτηριζόταν από δόσεις τραγωδίας αλλά και κωμωδίας το ίδιο ίσχυε και για την διαστημική τεχνολογία και για τους ανθρώπους που την υποστήριζαν.

[Λίγοι ίσως θυμούνται το διαστημικό λεωφορείο της Σοβιετικής Ένωσης ρτο Μπουράν, που έκανε μόλις μια μη-επανδρωμένη πτήση το 1988 λίγο πριν ‘το τέλος’. Οι εγκαταστάσεις του στο Μπαικονούρ σήμερα, ύστερα από δισεκκατομμύρια ‘πεταμένα’ ρούβλια αποτελούν την μια από τις πιο τραγικές εικόνες σήμερα πάνω στον πλανήτη. Ίσως ελαφρώς πιο τραγική απ΄τις εγκαταστάσεις των Ολυμπιακών του 2004…]

Το Ομον Ρα είναι μια μικρή νουβέλα για την διαστημική τεχνολογία στην Σοβιετική Ένωση και για τα όνειρα που οδηγούνται στην απρόσμενη (;) καταστροφή. Πίσω απ΄την τραγωδία αλλά και την κωμωδία που εκτυλίσσεται σε λίγες πυκνές σελίδες βρίσκεται ο απόλυτος συμβολισμός για την Σοβιετική κοινωνία που ξεκινάει από την νατουραλιστική αναπαράσταση και καταλήγει σε κάτι τόσο σουρρεαλιστικό που μπορεί να ξεπερνάει την γραμμή του κωμικού, όμως τελικά ανήκει σε μια πραγματικότητα που – μάλλον – όσοι την έζησαν μπορούν να την καταλάβουν…

Δε θα έλεγα ότι πρόκειται για έναν αριστούργημα της Ρώσικης λογοτεχνίας όμως ο Pelevin είναι συγγραφέας που γράφει ενδιαφέρονται βιβλία (παλιότερα είχα διαβάσει το The Hall of Singing Caryatids που ειναι ακόμη πιο σουρρεαλιστικό αν και αναφέρεται στην κατοπινή εποχή των ρώσων μεγιστάνων) και ενταγμένα με τον καλύτερο τρόπο στην ρώσικη κοινωνία. Η παράδοση του Μπουλγκάκοφ φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά στο πρόσωπό του Pelevin με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

‘Mr Sammler’s Planet’, Saul Bellow

•Φεβρουαρίου 14, 2017 • Σχολιάστε

Η ανάγνωση του Mr Sammler’s Planet σηματοδοτεί για μένα μια μικρή νίκη. Ο λόγος είναι πως προσπάθησα δυο φορές στο παρελθόν να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο – γύρω στα 18-19 μου χρόνια – και τις δυό φορές απέτυχα. Το παιδικό τραύμα που μου προκάλεσε αυτή η αδυναμία διατηρήθηκε για πάνω από είκοσι χρόνια μια που αρνούμουν να προσπαθήσω να διαβάσω άλλο βιβλίο του Bellow. Θεωρώ αυτή την μεγαλύτερη αναγνωστική μου ήττα που μου στέρησε έναν τεράστιο συγγραφέα για πολλά χρόνια και μάθημα ζωής για το ότι δε πρέπει ποτέ να κάνεις πράγματα – ή να προσπαθείς να κάνεις πράγματα – πριν να είναι η ώρα τους.

Τριάντα σχεδόν χρόνια αργότερα το Mr Sammler’s Planet αναδεικνύεται σαν άλλο ένα εκπληκτικό βιβλίο που με τον χαρακτηριστικό τρόπο του Bellow είναι τόσο διαφορετικό από όλα τα προηγούμενά του και ταυτόχρονα τόσο ίδιο. Είναι να θαυμάζει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο Bellow κατορθώνει να αλλάζει το ύφος των βιβλίων του παίζοντας και με τον εαυτό του και με τον αναγνώστη αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί αυτό το ιδιότυπο στυλ που πηγάζει από την τεράστια διεισδυτική ματιά του σε συνδυασμό και με την πολυμάθεια και την αγάπη του για το βιβλίο και το κείμενο. Και ομολογώ αυτή την ιδιαιτερότητα την έχω συναντήσει σε ελάχιστους συγγραφείς (ίσως μόνο στον Nabokov και στον Borges).

Ο πιο εύκολος τρόπος να χαρακτηρίσω το Mr Sammler’s Planet είναι σαν ένα μυθιστόρημα ιδεών που πηγάζει από την ιδέα ενός εβραίου που έχει επιβιώσει το ολοκάυτωμα και ζει στην Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 60, όμως έχει τόσες πολλές προεκτάσεις που αφορούν αυτό που λέμε την condition humaine. O τρόπος με τον οποίο ο Mr. Sammler αντιμετωπίζει τα ‘σιξτιζ’ και προσπαθεί – εκούσια και ακούσια – να γεφυρώσει τις επαφές του με τους γύρω του και με τον κόσμο που αλλάζει (και που δε θέλει να τον βλέπει να αλλάζει) έρχεται σαν αποτέλεσμα τόσο του παρελθόντος του όσο και του γεγονότος ότι μεγαλώνει και πλησιάζει τον θάνατο – τον δικό του και των άλλων.

Από κεί και πέρα ίσως πλέον να είναι λίγο εκτός εποχής το Mr Sammler’s Planet, και ίσως βλεποντάς το επιφανειακά καθαρά να αντικρύσεις μόνο την σχέση του ηλικιωμένου με τα σίξτις, όμως με μια προσεκτική ματιά βλέπει κανείς πόσο απίστευτα πυκνό είναι σαν μυθιστόρημα και πόσο αριστουργηματικά χτίζεται απ΄τον Bellow σε επίπεδα που ξεφλουδίζονται σιγά σιγά στα μάτια του αναγνώστη. Ίσως ακριβώς γι’ αυτό ήμουν ανεπαρκής σαν άνθρωπος και σαν αναγνώστης για να το διαβάσω στα 19 μου.

‘ White Sands’, Geoff Dyer

•Ιανουαρίου 25, 2017 • Σχολιάστε

20170120_171435

Έψαξα σε αρκετά βιβλιοπωλεία στο Λονδίνο αυτό το τελευταίο βιβλίο του Geoff Dyer χωρίς να καταφέρω να το βρω, και κατέληξα να το βρω στην Σιγκαπούρη τον περασμένο Οκτώβριο – σε εξοργιστική για ευρωπαϊκά δεδομένα τιμή. Μια που το White Sands, (με υπότιτλο Experiences from the Outside World) εύκολα θα μπορούσε να καταταγεί στα ‘ταξιδιωτικά βιβλία’ η αγορά του σ’ αυτόν τον εξωτικό προορισμό ήταν μάλλον η πλέον κατάλληλη, όπως και η κατάλληλη στιγμή να το διαβάσω ήταν μέσα στο αεροπλάνο στο τελευταίο ταξίδι που έκανα.

Από περιέργεια υπολόγισα πριν λίγο πως συνολικά μες στους τελευταίους 12 μήνες έκάνα περίπου 93000 χιλιόμετρα σε αεροπορικά ταξίδια σε τρεις διαφορετικές ηπείρους. Παρόλο που αρκετά απ΄τα ταξίδια ήταν σε περιοχές που δεν είχα ξαναπάει και σε συνθήκες που θα έλεγε κανείς εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ούτε για μια στιγμή δε πέρασε απ΄το μυαλό μου η ιδέα να γράψω κάτι σχετικό με τον προορισμό στον οποίο βρισκόμουν. Ίσως γιατί η διαδικασία του να ‘χωνέψω’ μια περιοχή είναι τόσο αργή για μένα που τελικά δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να γράψω γι αυτήν. Ίσως πάλι η ίδια η διαδικασία του ‘χωνέματος’ της περιοχής να είναι εκείνη που ωθεί τον Dyer στο να γράψει…

Από εκεί και πέρα το White Sands είναι αυτό που θα έλεγα κλασικός Dyer: Απλή γλώσσα, αλλά με περίπλοκα νοήματα, μίξη της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα, συνειρμική ανάλυση, προσωπικά στοιχεία απ΄το παρελθόν του που σε φέρνουν πιο κοντά στο κείμενο σε σχέση με την ψυχρή δοκιμιακή μορφή που θα μπορούσαν να έχουν. Το σύνολο που δημιουργείται είναι καθόλα ευχάριστο και σε πολλά τμήματα σπέρνει όρεξη και ερωτήματα που θέλουν περισσότερη ανάλυση, που σε οδηγούν να διαβάσεις περισσότερα ή τουλάχιστον να τα ψάξεις στο ίντερνετ. Όμως ομολογώ ότι τελικά, ύστερα από αρκετά κείμενα σ’ αυτή την μορφή και ύστερα και από το Zone, το βαρέθηκα αυτό το στυλ και θα ήθελα από τον Dyer να γράψει κάτι πιο ώριμο και κάτι πιο διαφορετικό. Γιατί τελικά δε μου φτάνει αυτή η ημιτελής ανάπτυξη που δεν οδηγεί πουθενά, δε μου φτάνει η αίσθηση ότι ο Dyer ξέρει κάτι παραπάνω που δεν μπορεί ή δε θέλει να μοιραστεί μαζί μας…

Τελικά νομίζω μόνο μια φορά έγραψα ένα κείμενο αντίστοιχο μέ αυτό των White Sands: Το 217, 33 Street, Manhattan Beach, LA ήταν μάλλον ο δικός μου τρόπος να χωνέψω αυτό το προσκύνημα, ακριβώς όπως και ο Dyer έχει ένα δικό του προσκύνημα στο βιβλίο…

‘Swing Time’, Zadie Smith

•Ιανουαρίου 11, 2017 • Σχολιάστε


Είναι πολύ δύσκολο να μετρήσεις την ευφυΐα. Είναι πολύ δύσκολο ακόμα και να ορίσεις την ευφυΐα. Μπορεί να υπάρχουν δεκάδες κανόνες και test IQ που προσπαθουν να μετρήσουν την δυνατότητα λύσης συγκεκριμένων προβλημάτων, όμως αποτυγχάνουν κατά πολύ να ορίσουν την ευρύτητα της ανθρώπινης δυνατότητας να χειρίζεται τον κόσμο γύρω της. Μπορεί ο Μέσσι (π.χ.) να μη μπορεί να λύσει ένα πρόβλημα που αφορά στην θερωία της σχετικότητας όμως κανείς δεν αμφισβητεί την πολύ συγκεκριμένη ευφυΐα που απαιτείται όταν βρίσκεται μες στο γήπεδο, και μπορεί να μη μπορεί ο DeLillo να βάλει γκολ σε κενό τέρμα κόντρα στον Φωστήρα, αλλά δεν αντιλέγει (σχεδόν) κανείς για την ευφυΐα του πάνω στο κείμενο. Τα προβλήματα ξεκινούν όμως όταν προσπαθείς να εντάξεις τα διάφορα επίπεδα ευφυΐας πάνω σε ένα κοινό πλαίσιο και να φτάσεις να κάνεις το σφάλμα ακόμα και να τα συγκρίνεις. Τα προβλήματα συνεχίζονται όταν μια συγκεκριμένη ευφυΐα ή δεξιότητα είναι αναγκασμένη να τεθεί ίσοιος όροις με μια άλλη σε μια κοινωνία που λόγω της φύσης της επιλέγει να επιβραβεύσει – ή να προωθήσει – τη μια από της δυο. Τα προβλήματα καταλήγουν όταν κάποιος που γνωρίζει την ευφυΐα του έρχεται αντιμέτωπος με την κατάρρευση της αποτυχίας, ακριβώς γιατί δεν έχει αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο ο κοινωνικός του περίγυρος λειτουργεί.

Το Swing Time της Zadie Smith αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο είδος ευφυΐας που σχετίζεται με την κίνηση και τον χορό. Η Smith επιλέγει τον χορό γιατί κατά την γνώμη της είναι ένα είδος τέχνης που μπορεί να σταθεί στον χρόνο ακόμα και αντίστροφα απ’ αυτόν Χαρακτηριστική είναι η φράση της νωρίς στο βιβλίο: ‘: «Picasso would be incomprehensible to Rembrandt, but Nijinsky would understand Michael Jackson.” (με την οποία προσωπικά διαφωνώ. Νομίζω πως ο Ρέμπραντ θα έβλεπε στον Πικάσο κάτι το τόσο μεγαλοφυές που δεν περιορίζεται στην εποχή του και που δεν ορίζεται μόνο από το βελος του χρόνου προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω…) που είναι ενδεικτικό της επιλογής της. Μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης βρίσκει ένα είδος τέχνης και ευφυΐας που μπορεί να μιλήσει σχεδόν σε όλους χωρίς καν να χρειάζεται να μπει σε λεπτομερείς περιγραφές που θα τραβούσαν σε μάκρος και θα αποσυντόνιζαν το βιβλίο και τονα αναγώστη.

Η ευφυΐα στο Swing Time συνδυάζεται με την ενηλικίωση και την αναζήτηση ταυτότητας μέσα σε ένα μεσοαστικό Λονδίνο. Σε όλα της τα βιβλία η Smith ανασύρει πορτρέτα του Λονδίνου (και κυρίως της περιοχής NW – έμενα 9 χρόνια εκεί) που θα αναγνωρίσει κανείς αν έχει μείνει έστω και ελάχιστο διάστημα εκεί σαν ντόπιος. Οι λεπτομέρειες του χώρου συνδέονται με την ανάπτυξη των ηρώων με τέτοιο τρόπο που δύσκολα θα μπορούσες να φανταστείς οποιοδήποτε βιβλίο της σε άλλη περιοχή του κόσμου. Η Smith αναρρωτιέται για την απόκτηση ταυτότητας μέσα από αυτήν ευφυΐα αλλά κυρίως για την έννοια της επιτυχίας και της ευτυχίας μέσα από την τελείωσή της και την συντριβή της σε έναν καθαρά σκληρό και απρόσωπο κόσμο.

Πραγματικά θεωρώ πως το Swing Time είναι ένα μεγάλο βιβλίο – και χαίρομαι που ανοίγω την χρονιά μ’ αυτό. Ίσως να μη μου άρεσε τόσο πολύ όσο το προηγούμενό της το NW, όμως εδώ υπάρχει μια πιο ώριμη και πιο πολυεπίπεδη γραφή απ΄την Smith που οδηγεί σε περισσότερη σκέψη, σε βαθύτερη ανάπτυξη, αλλά και σε μεγαλύτερη προσμονή για το τι πρόκειται να κάνει στο μέλλον.

2016 βιβλία

•Δεκέμβριος 20, 2016 • Σχολιάστε

pile-of-books

Ο απολογισμός της χρονιάς σε βιβλία… Ήταν μια καλή χρονιά, όχι μόνο γιατί εκδόθηκε το Nyos αλλά γιατί πέρασαν απ΄τα χέρια μου εξαιρετικά βιβλία:

‘The Adventures of Augie March’, Saul Bellow
‘The Noise of Time’, Julian Barnes
‘Waltenberg’, Hédi Kadour
‘The Kindly Ones’, Jonathan Littell
‘Ο κρυφος πυρήνας των ερυθρών ταξιαρχιών΄, Δημήτρης Μαμαλούκας
΄Bouvart and Pecuchet’, Gustave Flaubert
‘Albert Angelo’, B.S. Johnson
‘The manuscript found in Saragossa’, Jan Potocki
‘The Sea, the Sea’, Iris Murdoch
‘Zero K’, Don DeLillo
‘Suttree’, Cormac McCarthy
‘The Elementary Particles’, Michel Houellebecq
‘Platform’, Michelle Houellebecq
‘To Φράγμα’, Σπύρος Πλασκοβίτης
‘Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά’, Dave Eggers
‘Τι είδε η γυναίκα του Λωτ’, Ιωάννα Μπουραζοπούλου
‘Being and Time’, Martin Heidegger
‘Cosmopolitanism; Ethics in a World of Strangers’, Kwame Anthony Appiah
‘Open City’, Teju Cole
‘Ναυτία’, Ζαν Πωλ Σάρτρ
‘The Notebook, the proof, the third lie’, Agota Kristof
‘The Sportswriter’, Richard Ford
‘The Nix’, Nathan Hill
‘Here I Am’, Jonathan Safran Foer
‘Go Tell it on The Mountain’, James Baldwin
‘Father and Son’, Edmund Gosse
‘On What Matters’, Derek Parfit
‘Moonglow’, Michael Chabon
‘The Nazi Doctors’, Robert Jay Lifton
‘Swing Time’, Zadie Smith

Πάμε για μια καλύτερη χρονιά το 2017. Με λιγότερα βιβλία και περισσότερο διάβασμα…

 

‘Moonglow’, Michael Chabon

•Δεκέμβριος 13, 2016 • 3 Σχόλια

17070_254938167639_549760_n
Τον παππού μου τον συνάντησα μόλις τρεις τέσσερις φορές (ο άλλος είχε πεθάνει πριν γεννηθώ). Τον θυμάμαι πίσω απ΄την ομίχλη ενός μόνιμου τσιγάρου που έστριβε βγάζοντας καπνό από μια δερμάτινη καπνοσακούλα και παρόλο που ήταν μια σκληρή και μυστήρια μορφή – ακόμη και για τα δεδομένα της παλιάς εποχής – ασκούσε πάνω μου μια περίεργη γοητεία. Σ’ αυτές τις τρεις τέσσερις φορές που τον συνάντησα τον θυμάμαι πάντα να αφηγείται κάτι από το παρελθόν του με τρόπο εντελώς λαϊκό, αλλά ταυτόχρονα γεμάτο από ιστορία.

Ίσως αυτή η σύνδεση του ‘παππού’ με την ιστορία να είναι κάτι το κοινό που το έχουν όλοι οι παππούδες (αλλά και οι γιαγιάδες). Οι εγγονοί λοιπόν μετέχουν μ’ αυτόν τον τρόπο σε μια ιστοριογραφική αφήγηση, σε ένα μεταμοντέρνο (εξαιτίας της αναρχίας του, της μη γραμμικότητάς του, και των ελλείψεών του) ιστορικό μυθιστόρημα που ακούγεται σαν ένα ενδιάμεσο ενός παραμυθιού και μιας καταγραφής απ’ το παρελθόν που δίνει ιστρικές ρίζες στο παρόν τους. Στην σημερινή εποχή της ‘δημοσιογραφίας των πολιτών’ και της συνεχούς βροχής από πληροφορίες φαντάζει φυσικό να ενώνουμε την Ιστορία με την προσωπική μας συνείδηση με έναν τέτοιο τρόπο όμως το λεπτό και σημαντικό ερώτημα είναι το πως εγείρεται η Ιστορία πίσω απ’ αυτές τις διηγήσεις και κατά πόσο η ιστορική αυτή ΄παραμυθική’ αφήγηση οδηγεί στην πραγματικότητα του παρελθόντος (εαν και εφόσον βέβαια αυτό υπάρχει…).

Το Moonglow του Michael Chabon είναι ακριβώς μια τέτοια διήγηση παππού προς εγγονό που ξεφυλλίζει σπαράγματα από σελίδες του παρελθόντος που ορίζουν τόσο την οικογενειακή ιστορία του ήρωα όσο και γενικότερα την ιστορία του 20ου αιώνα. Φυσικά, σ’ αυτήν την αφήγηση δεν υπάρχει τίποτε που να είναι απόλυτο, δεν υπάρχει τίποτε που να μπορείς να θεωρήσεις αληθινό και πραγματικό, δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε να οδηγήσει τον εγγονό – ή τον αναγνώστη – να πιστέψει να πιστέψει πως γνωρίζει τον παππού ή την ιστορία του 20ου αιώνα πίσω απ’ αυτή την διήγηση. Και ο εγγονός και ο αναγνώστης ψάχνουν απεγνωσμένα για αλήθειες, για μικρές λεπτομέρειες που θα οριοθετήσουν κάτι το διαφορετικό, που θα ξεχωρίσουν την Ιστορία πίσω απ΄την ιστορία, αλλά και το πρόσωπο πίσω απ΄την αφηγηση. Και φυσικά το τραγικό είναι πως αυτό δεν είναι ποτέ δυνατό…

Θεωρώ τον Michael Chabon τον κορυφαίο συγγραφέα της γενιάς του, αλλά θεωρώ ότι ξεχωρίζει και πάνω από πολλές άλλες γενιές. Πρόκειται για έναν στυλίστα που πατάει γερά πάνω σε αναγνώσεις και γνώσεις και γι’ αυτό τα βιβλία του – σχεδόν όλα – είναι κάτι παραπάνω από αντιγραφές των μεταμοντέρνων των προηγούμενων δεκαετιών, ή κακές προσπάθειες μοντερνισμού, ή αποτυχημένα πειράματα νατουραλισμού. Το Moonglow είναι σίγουρα ένα απ΄τα καλύτερα βιβλία που διάβασα μες στο 2016 και το θεωρώ απ΄τα καλύτερα και του ίδιου του Chabon o οποίος φαίνεται να ωριμάζει σωστά σαν συγγραφέας και σίγουρα έχει να δώσει πολύ περισσότερα.

‘Here I Am’, Jonathan Safran Foer

•Οκτώβριος 31, 2016 • Σχολιάστε

Ομολογώ ότι ξεκίνησα να διαβάζω το καινούριο βιβλίο του Foer με μια δυσκολία. Οι προηγούμενες προσπάθειές μου να διαβάσω κάτι δικό του με ενόχλησαν αρκετά, όχι γιατί θεώρησα γιατί πρόκειται για έναν μέτριο/κακό συγγραφά ή γιατί το περιεχόμενο και η πλοκή των βιβλίων του μου φάνηκαν βαρετά. Το αντίθετο μάλιστα. Αυτό που με ενόχλησε είναι ένα πέπλο συναισθηματικού εκβιασμού που σκέπαζε τα βιβλία του και που ένιωθα να με πνίγει πλασματικά σε κάθε ανάγνωση.

Τελικά όμως αποφάσισα να διαβάσω το Here I am περισσότερο γιατί θεώρησα πως ο ώριμος πια Foer θα έχει ξεπεράσει αυτό το ‘νηπιακό συγγραφικά’ στάδιο και θα μπορούσε πίσω από αυτό το πολύ προσωπικό βιβλίο να μπορέσει να σταθεί πολύ καλύτερα και ντόμπρα απέναντι στον αναγνώστη του. Εν μέρει είχα δίκαιο, αλλά δυστυχώς εν μέρει είχα και άδικο.

Το Here I Am όπως είπα είναι ένα πολύ προσωπικό βιβλίο καιο σκοπός του είναι τελικά να μιλήσει για μια σύγχρονη οικογένεια σε διάλυση – με την μορφή που προσπάθησε να κάνει και ο Franzen στα Corrections, μόνο που ο Foer καταφέρνει να το κάνει πολύ πιο διεισδυτικά και πολύ πιο ζεστά από τον κρύο σχετικά Franzen. Ταυτόχρονα ο Foer φαίνεται άμεσα επηρεασμένος στην γραφή του σ’ αυτό το βιβλίο από τον Philip Roth, αλλά για μένα καταφέρνει να ξεπεράσει τις εμμονές του Roth βαζοντάς τες σε δεύτερη μοίρα και χαρίζοντας ένα πορτραίτο μιας σύγχρονης εβραικής οικογένειας που πραγματικά είναι πετυχημένο και εξαιρετικά λεπτομερές. Αυτή η μείξη Franzen και Roth είναι μάλλον το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Here I Am που στην τελική κατασκευή του φτιάχνει κάτι πολύ ιδιαίτερο που δεν είναι ούτε Franzen αλλά ούτε και Roth απόλυτα. Είναι όμως σίγουρα Foer.

Είναι τόσο Foer που ενώ για 500 σελίδες καταφέρνει να πετάξει από πάνω του τον παλιό ανώριμο εαυτό του, δυστυχώς τελειώνει το βιβλίο με έναν πολυπαιγμένο συναισθηματικό εκβιασμό πάνω στον αναγνώστη που θα ταίριαζε σε μελό ταινία της δεκαετίας του 50. Η αλήθεια λοιπόν είναι πως αν και το βιβλίο στο προηγούμενο μέρος του ήταν εξαιρετικό το τελευταίο μέρος του θα μπορούσε και να λείπει. Αν σας ενοχλούν και σας σαν και μενα οι συναiσθηματικοί εκβιασμοί, απλά σχίστε τις τελευταίες 60-70 σελίδες απ΄το βιβλίο και διαβάστε το υπόλοιπο.

 
Αρέσει σε %d bloggers: