‘Flaubert’s Parrot’, Julian Barnes

•Φεβρουαρίου 1, 2010 • 3 σχόλια

Βρισκόμουν σε μια περίεργη θέση διαβάζωντας αυτό το βιβλίο, όχι μόνο γιατί το διάβασα μέσα στο αεροπλάνο για Λονδίνο, αλλά γιατί βρέθηκα να διαβάζω μέσα από το κείμενο του Barnes λεπτομέρειες της ζωής ενός συγγραφέα τον οποίο δεν έχω διαβάσει ποτέ.

Δημιουργήθηκε με αυτόν τον τρόπο μέσα μου ένα περίεργο δίπολο: από την μια μεριά, μέσα από τον αφηγητή του Flaubert’s Parrot, μια μανία για την ζωή ενός συγγραφέα – που φτάνει σε σημείο να κυνηγάει λεπτομέρειες όπως τον, ταριχευμένο πια, παπαγάλο που χρησιμοποίησε για μια περίοδο καθώς έγραφε ένα διήγημα, κι από την άλλη η δικιά μου μανία για τον Πύντσον, η οποία εκ των πραγμάτων στηρίζεται καθαρά στο έργο του και όχι σε τίποτε άλλο εκτός από αυτό.

Θέλω να πιστεύω πως η ζωή ενός συγγραφέα είναι τελικά μόνο το έργο του και πως η ουσία είναι πως δεν υπάρχει έξω από αυτό. Θέλω να πιστεύω πως οι λεπτομέρειες της ζωής του δεν έχουν καμιά σχέση με την ‘εξήγηση’ του έργου του, η οποία στην πραγματικότητα παύει να έχει σχέση με τον ίδιο και αφορά καθαρά στην αλληλεπίδραση του αναγνώστη με το κείμενο. Θα σήμαινε αλήθεια κάτι αν γνώριζα πως ο Πύντσον είναι αριστερόχειρας; ή πως για να γράψει χρειάζεται να έχει έναν ζωντανό ή ταριχευμένο παπαγάλο πάνω στο γραφείο του;

Γνωρίζω πολλούς που θα ισχυρίζονταν το αντίθετο. Γνωρίζω και αντιλαμβάνομαι την έλξη της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής η οποία όμως τελικά πιστεύω πως δεν έχει να κάνει με την εξήγηση του έργου μα είναι μια επέκταση της ‘ηδονοβλεψίας’ που νιώθουμε εμείς οι αναγνώστες διαβάζωντας ένα βιβλίο. Το αν είναι φυσιολογική ή όχι αυτή η επέκταση (όπως και η ίδια η βιβλιοφιλική ηοδονοβλεψία) είναι ένα θέμα που μάλλον χρειάζεται ανάλυση για τον κάθε αναγνώστη ξεχχωριστά, μαζί με πολλές ώρες στην πολυθρόνα του ψυχολόγου.

Στο Flaubert’s Parrot ο Julian Barnes κατάφερε να φέρει σε σύγκρουση τον συγγραφέα με το έργο του με έναν τρόπο που εμένα τουλάχιστον με αφήνει απόλυτα σύμφωνο. Μπορεί μέσα από το βιβλίο να γνώρισα τις λεπτομέρειες της ζωής του Flaubert όμως στην ουσία για μένα συνεχίζει να είναι ένας άγνωστος. Κι ο Julian Barnes μέσα από τον αφηγητή του να είναι ένας από τους πολλούς παπαγάλους που επαναλαμβάνουν λόγια για τον Flaubert χωρίς συνείδηση και χωρίς την πραγματική ουσία.

Mocking Anglophilia

•Ιανουαρίου 29, 2010 • 11 σχόλια

Όποιος έχει περάσει έστω και για λίγο από το Λονδίνο δεν μπορεί να μην νιώσει μια ποτισμένη μιζέρια. Την διακρίνεις στις γωνίες του υπογείου, την διακρίνεις στα ταλαιπωρημένα ρούχα και τα second hand books, τις λερωμένες εφημερίδες και το μπάνιο με τις ξεχωριστές βρύσες για το ζεστό και κρύο. Είχα πολλές ευκαιρίες στα εννιά χρόνια που έζησα εδώ να μελετήσω αυτή τη μιζέρια πολλές φορές παρατηρώντας με αγένεια τα πρόσωπα μέσα στο τρένο ή στο δρόμο στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τα βλέματα όλων των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω τους – άλλη μια περίεργη συνήθεια κι αυτή που τελικά μόνο οι κάτοικοι αυτής της χώρας μπορούν να κατέχουν σ’ αυτόν τον βαθμό επιτυχίας.

Δεν νομίζω όμως πως τελικά κατάλαβα κατά 100% τις πραγματικές ρίζες αυτής της μιζέριας. Σίγουρα δεν είναι τα χρήματα και η κοινωνική θέση που την προκαλούν. Στον tube βρίσκεις στην ίδια θέση και με τα ίδια χαρακτηριστικά σχεδόν τον άνεργο φοιτητή, τον εργάτη με το hard hat, τον μεθυσμένο professional, και τον μεσήλικα διευθύνοντα σύμβουλο. Σίγουρα δεν είναι επίσης η μόρφωση ή η έλλειψη αυτής που το προκαλεί, και σίγουρα δεν είναι η καταγωγή (αν και ίσως κάποιοι μετανάστες δεύτερης/τρίτης γενιάς ίσως να είναι λιγότερο μίζεροι από όλους τους υπόλοιπους). Η διάχυση αυτής της μιζέριας φαίνεται πως είναι τελικά κάτι το πολύ βαθύτερο που έχει να κάνει με την ίδια την κουλτούρα αυτών των ανθρώπων που έχει μέσα του τόσα στεγανά και τόσες διαστρωματώσεις στις τάξεις τους, αλλά και ένα κοινό υπόβαθρο – που δεν είναι η κυβέρνηση ή η βασίλισσα – που τους ενώνει.

Όμως πίσω απ’ αυτήν την βικτωριανή μιζέρια είναι εντυπωσιακό το πως αναδύονται τόσα έντονα χαμόγελα, αφού τελικά είναι ένας λαός που δεν φοβάται να χαμογελάσει. Πολλές φορές αναρρωτήθηκα για το αν είναι ειλικρινή αυτά τα στιγμιαία χαμόγελα που ανταλλάσωνται σχεδόν αυτόματα ΄και ασυναίσθητα, ή αν πρόκειται απλώς για τυχαίες εκδηλώσεις ενός pavlovian conditioning. Τι σημασία έχει όμως τελικά; Ίσως αυτά τα χαμόγελα να είναι απλώς οι εκδηλώσεις ενός διαφορετικού τρόπου αντίδρασης σε αυτή την μιζέρια που και οι ίδιοι κάποιες φορές αντιολαμβάνονται.

Δύσκολα μπορείς να ζήλέψεις μια μιζέρια. Εύκολα μπορείς να ζηλέψεις μια αντίδραση.

‘Europe Central’, William T. Vollmann

•Ιανουαρίου 19, 2010 • 3 σχόλια

Η παρουσία δυο ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Ευρώπη του προηγούμενου αίώνα αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όσο και παράξενη συγκυρία. Αν και φυσικά δεν υπάρχουν ‘αν’ στην Ιστορία θα ήθελα πολύ να ήξερα πως θα εξελίσσονταν η Ευρωπαϊκή (και κατά συνέπεια η παγκόσμια) Ιστορία αν η χιτλερική Γερμανία ήταν ανύπαρκτη ως ιμπεριαλιστική δύναμη. Φαίνεται όμως πως η δημιουργία και η ύπαρξη του ναζισμού ήταν αναπόφευκτη και ίσως να αποτελεί τελικά και μια προειδοποίηση της Ιστορίας για το μέλλον – αν και πολύ αμφιβάλω για το κατα πόσο ο άνθρωπος μαθαίνει από το παρελθόν και την Ιστορία του.

Η ουσία είναι πως αν ήμουν ένας σύγχρονος Πλούταρχος το δίδυμο Στάλιν – Χίτλερ θα έστηνε ένα από τα βιβλία των δικών μου Παράλληλων. Υπό μία έννοια το ίδιο προσπαθεί να κάνει και ο Vollmann στο Europe Central οργανώνοντας μια σειρά ιστοριών που αφορούν στην σύγκρουση αυτή του ναζισμού με τον σταλινισμό.

Ο όγκος του Europe Central – 800 περίπου σελίδες – μαζί με την ανεξάντλητη συλλογή των πληροφοριών που εξαπλώνονται στις σελίδες του στήνουν ένα βιβλίο που εύκολα ο βιαστικός αναγνώστης μπορεί να περάσει για Ιστορία και όχι για ‘ιστορικό μυθιστόρημα’. Ίσως η μεγαλύτερη μαγεία σε αυτό το βιβλίο – το οποίο σε ‘κρατάει’ από την αρχή έως την τελευταία σελίδα – είναι πως δεν μπορείς με κανέναν τρόπο να καταλάβεις που τελειώνει η (απίστευτη) έρευνα του συγγραφέα και που αρχίζει η φαντασία. Γι’ αυτό ίσως να είναι απλούστερο να ξεκινήσεις από την αρχή να διαβάζεις αυτό το βιβλίο σαν ένα εντελώς ψεύτικο παραμύθι, στο οποίο τίποτε – ακόμη και όλα τα ιστορικά πρόσωπα – δεν είναι πραγματικό.

Παράλληλα ο Vollmann προσπαθεί – και καταφέρνει – να μιλήσει για την βία και την εξάπλωσή της, μα και για την έλλειψη συνείδησης κατά την διάρκεια και την συνέχεια των πράξεων βίας (‘Η συνείδηση είναι εβραϊκή εφεύρεση’ ακούγεται κάπου μές στο κείμενο), ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει μια έντονη σχέση με τον αναγνώστη στην προσπάθεια να περιγράψει την δυσκολία της ανάπτυξης της τέχνης μέσα σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, χρησιμοποιώντας ώς παράδειγμα τον Σοστακόβιτς στα χρόνια της σοβιετικής τρομοκρατίας.

Στο τέλος του βιβλίου δεν απομένουν μόνο απαντήσεις στον αναγνώστη μα μια σειρά από πολλά ερωτήματα που αφορούν τόσο στην φύση των ναζιστικών και σταλινικών αρχών και πράξεων όσο και στην ‘φυσιολογία’ των λαών της Mitteleuropa. Ίσως τελικά να μην είναι και τόσο politically correct σαν βιβλίο αλλά κάποιες φορές αυτό δεν είναι και απαραίτητα κακό.

“`Terence, this is stupid stuff…”

•Ιανουαρίου 15, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

`Terence, this is stupid stuff:
You eat your victuals fast enough;
There’s nothing much amiss, ’tis clear,
To see the rate you drink your beer.
But oh, good Lord, the verse you make,
It gives a chap the belly-ache.
The cow, the old cow, she is dead;
It sleeps well, the horned head:
We poor lads, ’tis our turn now
To hear such tunes as killed the cow.
Pretty friendship ’tis to rhyme
Your friends to death before their time
Moping melancholy mad:
Come, pipe a tune to dance to, lad.’

Why, if ’tis dancing you would be,
There’s brisker pipes than poetry.
Say, for what were hop-yards meant,
Or why was Burton built on Trent?
Oh many a peer of England brews
Livelier liquor than the Muse,
And malt does more than Milton can
To justify God’s ways to man.
Ale, man, ale’s the stuff to drink
For fellows whom it hurts to think:
Look into the pewter pot
To see the world as the world’s not.
And faith, ’tis pleasant till ’tis past:
The mischief is that ’twill not last.
Oh I have been to Ludlow fair
And left my necktie God knows where,
And carried half way home, or near,
Pints and quarts of Ludlow beer:
Then the world seemed none so bad,
And I myself a sterling lad;
And down in lovely muck I’ve lain,
Happy till I woke again.
Then I saw the morning sky:
Heigho, the tale was all a lie;
The world, it was the old world yet,
I was I, my things were wet,
And nothing now remained to do
But begin the game anew.

Therefore, since the world has still
Much good, but much less good than ill,
And while the sun and moon endure
Luck’s a chance, but trouble’s sure,
I’d face it as a wise man would,
And train for ill and not for good.
‘Tis true, the stuff I bring for sale
Is not so brisk a brew as ale:
Out of a stem that scored the hand
I wrung it in a weary land.
But take it: if the smack is sour
The better for the embittered hour;
It will do good to heart and head
When your soul is in my soul’s stead;
And I will friend you, if I may,
In the dark and cloudy day.

There was a king reigned in the East:
There, when kings will sit to feast,
They get their fill before they think
With poisoned meat and poisoned drink.
He gathered all that sprang to birth
From the many-venomed earth;
First a little, thence to more,
He sampled all her killing store;
And easy, smiling, seasoned sound,
Sate the king when healths went round.
They put arsenic in his meat
And stared aghast to watch him eat;
They poured strychnine in his cup
And shook to see him drink it up:
They shook, they stared as white’s their shirt:
Them it was their poison hurt.
– I tell the tale that I heard told.
Mithridates, he died old.


A.E. Housman

Albert Camus

•Ιανουαρίου 4, 2010 • 1 σχόλιο

Albert Camus

Έχω την εντύπωση πως λίγοι διανοούμενοι έχουν υποστεί τα ‘μαρτύρια’ που έχει περάσει ο Camus. Αν και κατάφερε να γνωρίσει την καταξίωση μέσα από ένα βραβείο Νομπέλ στην βρεφική – για συγγραφέα – ηλικία των 46 ετών ή συνέχεια ήταν η χειρότερη για εκείνον: νεκρός δύο χρόνια αργότερα, με το συγγραφικό του έργο να πέφτει συνεχώς σε δυσμένεια, με το θεατρικό του έργο να θεωρείται μέτριο, με το φιλοσοφικό του έργο να θεωρείται παροχημένο… Και σαν να μην έφταναν αυτά να πέφτει σήμερα θύμα καπήλευσης τόσο από την δεξιά του Σαρκοζί όσο και θύμα αδιαλαξίας από την σημερινή αριστερά (whatever that name means…).

Παρόλα αυτά παραμένει μια εικονική φιγούρα στον χώρο των αριστερών διανοητών – που πλέον αποτελούν ένα είδος που βρίσκεται υπό εξαφάνιση. Η φωτογραφία του Cartier-Bresson, τραβηγμένη εν κινήσει, με τον Camus σε ένα ‘ημίσειο’ χαμόγελο που συγκρατεί ένα χιλιοδαγκωμένο Gauloises στα χείλη φαντάζει όχι μόνο σαν μια φωτογραφία ενός πουλιού dodo μα και σαν μια εικόνα από ένα παρελθόν που όλοι σχεδόν θα θέλαμε να έχουμε.

Διάβασα τον Ξένο, την Πανούκλα και τον Μύθο του Σίσυφου στα δεκάξι μου και όπως είχα γράψει στο παρελθόν, ειδικά ο Ξένος αποτελεί ένα βιβλίο που επηρέασε τόσο την σκέψη μου στην εφηβική ηλικία όσο και την άποψή μου για πολλά πράγματα και καταστάσεις που αφορούν στην σχέση που έχει ο άνθρωπος με τους υπόλοιπους ανθρώπους και τον κόσμο που τον περιβάλλει. Ίσως να ήταν εξαιρετικά κυνικό για την ηλικία των δεκάξι χρόνων, αλλά αυτό που αντιλήφθηκα διαβάζωντας Camus, το οποίο θα μπορούσα ακόμη και σήμερα να χρησιμοποιήσω και σαν μια σύνοψη όλου του έργου του, είναι πως το παράλογο της ανθρώπινης ζωής είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να βρει νόημα σε έναν εντελός α-νόητο κόσμο. Κι αυτή την πρόταση την έχω πολλές φορές χρησιμοποιήσει στο παρελθόν σαν mantra που με έχει βοηθήσει να συνεχίσω παρόλα τα εμπόδια και τα προβλήματα.

Σήμερα συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από την μέρα που σκοτώθηκε ο Camus σε ένα εντελώς παράλογο αυτοκινητιστικό ατύχημα. Υπάρχει μια θεωρία που συνδέει τα αυτοκινητιστικά ατυχήματα στον δρόμο που σκοτώθηκε με επιληπτικές κρίσεις που πιθανώς παθαίνουν οι οδηγοί καθώς δέχονται διακοπτόμενο το φως του ήλιου που δύει από την μεγάλη σειρά των δέντρων που βρίσκονται στην άκρη του δρόμου. Τι σημασία έχει στ’ αλήθεια; Όπως η ζωή δεν έχει νόημα, έτσι δεν έχει τελικά νόημα κι ο θάνατος.

‘Τρεις Ταλαίπωροι Τίγρεις’, Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε

•Δεκεμβρίου 21, 2009 • 2 σχόλια

Αναρρωτιέμαι κάποιες φορές αν ο Τζόυς – τον οποίο και υπεραγαπώ – έχει στ’ αλήθεια να πει κάτι στον κόσμο του σήμερα. Κατ’ αρχάς εξετάζοντάς το εντελώς κυνικά, αν εξαιρέσει κανείς τον Ulysses το υπόλοιπο έργο του αποτελείται από μια βαρετή συλλογή διηγημάτων, ένα αδιάβαστο μυθιστόρημα και μια ημι-αυτοβιογραφική νουβέλα που δρα μονάχα σαν εισαγωγή στον Ulysses χωρίς να προσφέρει πολλά παραπάνω. Ακόμη και ο ίδιος ο Ulysses αποτελείται από μια σειρά από άνισα κεφάλαια που σε ένα τεράστιο μέρος αναγνωστών προκαλούν περισσότερο σύγχυση παρά απόλαυση. Και μπορεί στο πλαίσιο της εποχής του να ήταν σημαντικός σαν breakthrough όμως σήμερα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν τίποτε άλλο από μια σειρά λεκτικών και ενοιολογικών ασκήσεων με καθαρά ιστορική και όχι ουσιαστική σημασία ή επιρροή.

Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να ισχυριστεί πως το ίδιο ισχύει και για το μεγαλύτερο μέρος των συγγραφέων του μοντερνισμού οι οποίοι μάλλον σήμερα εμφανίζονται ως προπομποί της σύγχρονης λογοτεχνίας η οποία δρα σαν μια μορφή ‘διόρθωσης’ σε κάποιες από τις ακρότητες του μοντερνισμού επαναφέροντας το λογοτεχνικό σύστημα σε μια ισορροπία.

Το ‘Τρεις Ταλαίπωρες Τίγρεις’ του Κουβανού Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε βρίσκεται σε μια περίεργη θέση. Αν και είναι ένα καθαρά μοντερνιστικό βιβλίο είναι γραμμένο το 1966 σε μια περίοδο που ο μοντερνισμός ουσιαστικά έχει τελειώσει. Μπορεί οι περισσότερες αναφορές για το βιβλίο να μιλούσαν για τον Τζόυς σαν άμεση επιρροή του Ινφάντε, εγώ όμως δεν μπόρεσα να το περιορίσω μόνο εκεί. Μέσα στο ‘Τρεις Ταλαίπωρες Τίγρεις’ υπάρχουν επιρροές, αναφορές και εκδηλώσεις συγγραφέων όπως ο Τζους και η Γούλφ αλλά και ποιητών όπως ο Έλιοτ και ο Πάουντ. Ταυτόχρονα όμως φαίνεται να εκδηλώνεται στην γραφή του Ινφαντε μια αλλαγή που αγγίζει το μετα-μοντέρνο κίνημα αλλά που ουσιαστικά προβληματίζει τον Ινφάντε η αλλαγή αυτή σε σχέση με τον καθαρό μοντερνισμό που πιστεύω πως ήθελε να γράψει. Όμως τελικά αυτό είναι το μεγάλο προσόν του βιβλίου το οποίο μπορεί να μην λειτουργεί σε μια τέλεια ισορροπία, αλλά τουλάχιστον δεν λειτουργεί σαν μια φθηνή αντιγραφή των συγγραφέων του 1920.

Οι ‘Τρεις Ταλαίπωροι Τίγρεις’ είναι κάτι παραπάνω από αντιγραφή ή μίμηση. Είναι μια ιδιότυπη εξέλιξη, ένας χαμένος λογοτεχνικο-βιολογικός κρίκος, η οποία λειτούργησε σαν καταλύτης για να αναιρέσει τον αρχικό μου ενδοιασμό για την σημασία του Τζόυς και των υπολοίπων μοντερνιστών στην σημερινή λογοτεχνία. Ίσως για κάποιους ακούγεται σαν ακράιος αφορισμός όμως δεν μπορείς σήμερα να γράψεις σύγχρονη λογοτεχνία αν δεν έχεις μελετήσει τους μοντέρνους, και δεν μπορείς να διαβάσεις σύγχρονη λογοτεχνία αν δεν τους έχεις προηγουμένως διαβάσει.

Αντιμέτωποι με τον Πίντσον. Μια συζήτηση με τον Γιώργο Κυριαζή.

•Δεκεμβρίου 2, 2009 • 9 σχόλια

Το ‘Ενάντια στη Μέρα’ του Πίντσον θα βρίσκεται από αύριο στα βιβλιοπωλεία και εν όψει αυτής της έκδοσης κάναμε μια κουβέντα με τον Γιώργο Κυριαζή, μεταφραστή του βιβλίου – μα και του Ουράνιου Τόξου της Βαρύτητας και του Μέισον & Ντίξον. Είναι πολύ ωραίο να έχεις πάθος γι’ αυτό που κάνεις. Και ο Πίντσον μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με πάθος, είτε από πλευράς ανάγνωσης είτε – και κυρίως – από πλευράς μετάφρασης.

Enjoy…

Βασίλης: να σου πω καταρχάς ότι εγώ νιώθω πως κάθε βιβλίο του Πυντσον είναι για τον αναγνώστη μια μάχη. είναι σαν να έχεις ένα εμπόδιο που πρέπει να υπερπηδήσεις σε κάθε σου βήμα ή σαν ένας πόλεμος (ενάντια σε τι;). Αντιλαμβάνομαι βεβαία πως αυτό είναι 10 φόρες χειρότερο για τον μεταφραστή. Θες να μου πεις πως το αντιμετωπίζεις εσύ το θέμα ‘μετάφραση πίντσον’ γιατί είναι διαφορετικό φαντάζομαι από οποιαδήποτε άλλη μετάφραση.

Γιώργος: Τα βιβλία του Πίντσον έχουν δυσκολίες σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι το περιεχόμενο, με τις αμέτρητες αναφορές σε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις. Και το δεύτερο είναι η γλώσσα. Ο Πίντσον προσπάθησε πάρα πολύ (και το κατάφερε) ώστε η γραφή του να μην μοιάζει με οποιουδήποτε άλλου. Η σύνταξη που χρησιμοποιεί είναι περίπλοκη, με μεγάλες προτάσεις και δευτερεύουσες που μπλέκονται μεταξύ τους, με ιδιωματισμούς, σύγχρονους και “εποχής”, με πλαστές λέξεις σε διάφορες γλώσσες… Όλα αυτά κάνουν τη μετάφραση μια συνεχή αναζήτηση.

Τώρα, με το ευρέως διαδεδομένο και προσβάσιμο σε όλους διαδίκτυο, τα πράγματα είναι αρκετά ευκολότερα, αλλά όταν μετέφραζα το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας δεν είχα ίντερνετ, κι έτσι ήμουν όλη την ώρα χωμένος σε πεντ’ έξι λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, βιβλία, κ.τ.λ..

Βασίλης: φαντάζομαι πως και το pynchonwiki με την ενδελεχή ανάλυση πρέπει να βοήθησε πάρα πολύ.

Γιώργος: Όντως, είναι ανεκτίμητο εργαλείο, και με βοήθησε πολύ και στο να επιβεβαιώσω ότι ο τρόπος που διάβαζα το κείμενο ήταν ο σωστός. Είναι πολύ εύκολο να παρανοήσεις το “τι θέλει να πει ο ποιητής”…

Βασίλης: όταν πρωτοξεκίνησα να διαβάζω Πυντσον το 93 δεν υπήρχε φυσικά τέτοιο εργαλείο και συμφωνώ πως είναι ανεκτίμητο στο να μπορέσεις να μπεις στην λεπτομέρεια του κειμένου για την μετάφραση.

Όμως, να σε ρωτήσω κάτι που σκέπτομαι τελευταία: πιστεύεις μήπως πως με το pynchonwiki και με την λέξη προς λέξη ανάλυση των έργων του Πίντσον, χαλάει λίγο (έως πολύ) η αναγνωστική εμπειρία; και μετατρέπονται τα έργα σαν μια σειρά από πληροφορίες ή από κώδικες που επεξηγούνται στο pynchonwiki? Μήπως δηλαδή ο αναγνώστης (και όχι ο μεταφραστής) επηρεασμένος από αυτά βλέπει ένα ένα τα δέντρα και όχι το δάσος;

Γιώργος: Νομίζω ότι η πρώτη ανάγνωση ενός βιβλίου του Πίντσον πρέπει πάντοτε να γίνεται αυτόνομα, χωρίς βοηθήματα. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν αναγνώστη να διαβάζει το βιβλίο και ταυτόχρονα να ψάχνει στο ίντερνετ. Αυτό είναι σαν να σε οδηγούν βήμα-βήμα, αλλά η ανάγνωση ενός βιβλίου πρέπει να είναι περιπέτεια. Πηγαίνεις στο άγνωστο για τη λαχτάρα αυτού που θα βρεις.

Είναι σαν να διαβάζεις με spoilers…

Βασίλης: που φυσικά αυτό το άγνωστο για τον Πίντσον είναι χαώδες. εγώ ίσως να το πάω και παραπάνω και να πιστεύω πως ακόμη και στην δεύτερη ανάγνωση ίσως να είναι misleading το να προσκολληθείς σε ένα pynchonwiki αλλά βέβαια επαναλαμβάνω πως δεν παύω να πιστεύω στην χρησιμότητά τους.

Γιώργος: Εννοείται. Και όχι μόνο ως εργαλεία ανάλυσης.

Βασίλης: Σε ένα σχετικό ζήτημα Εμένα αυτό που με ‘ιντριγκάρει’ στην γραφή του Πυντσον είναι η ambiguity της γραφής. Γενικά τα αγγλικά είναι μια γλώσσα γεμάτη από ambiguities όμως πιστεύω πως ο Πίντσον το εκμεταλλεύεται αυτό στο έπακρο. Αυτό από πλευράς μετάφρασης φαντάζομαι θα είναι το χειρότερο να αντιμετωπίσεις.

Γιώργος: Πάντοτε στη γλώσσα υπάρχει το διφορούμενο, και πολλές φορές τα συμφραζόμενα είναι αυτά που καθορίζουν το τελικό νόημα. Πιστεύω, πάντως, ότι ο λόγος του Πίντσον είναι διφορούμενος μόνο όταν το επιδιώκει ο ίδιος, για να παίξει με το μυαλό του αναγνώστη. Συνήθως είναι σαφέστατος, αλλά πρέπει να “σκάψεις” για να ανακαλύψεις αυτή τη σαφήνεια, δεν σου τη σερβίρει στο πιάτο.

Βασίλης: δεν διαφωνώ πολύ… απλώς πιστεύω πως πολλές φορές το ‘παίξιμο’ αυτό με τον αναγνώστη είναι ψιλοκρυμμένο. συμβαίνει δηλαδή πολλές φορές μέσα στο βιβλίο και ο αναγνώστης δεν το αντιλαμβάνεται την πρώτη φορά που το διαβάζει ίσως ούτε και την δεύτερη και την τρίτη

Γιώργος: Ναι, εγώ ως μεταφραστής είμαι λίγο περισσότερο προσκολλημένος στη γλώσσα απ’ ό,τι πρέπει. Στη γλώσσα συνήθως είναι σαφέστατος, αλλά με το περιεχόμενο παίζει πολύ με το μυαλό του αναγνώστη, τον οδηγεί σε περίπλοκα μονοπάτια, και είναι κι αυτός ένας λόγος που κάποιοι άνθρωποι δεν αντέχουν να τον διαβάσουν, και μετά από μερικές δεκάδες σελίδες τα παρατάνε.

Βασίλης: Έτσι ακριβώς είναι…. όμως να σε ρωτήσω κάτι άλλο: σίγουρα ένας άνθρωπος που μεταφράζει Πίντσον δεν είναι αυτό που θα έλεγα ο ‘μισθοφόρος’ μεταφραστής. Είναι κάτι παραπάνω που σχετίζεται με μια σχέση του ίδιου του μεταφραστή με τον Πυντσον.

Ας πούμε εσύ έχεις κάνει και ο Ουράνιο Τόξο και το Μέισον και Ντίξον, Τώρα και το Ενάντια στη Μέρα και σύντομα και το Ινχέρεντ Βάις. Σίγουρα η σχέση που έχεις μ τον Πίντσον είναι ‘ειδική’, το ερώτημα είναι που τελειώνει ο ‘αναγνώστης’ Γιώργος Κυριαζής και που αρχίζει ο ‘μεταφραστής’ Γιώργος Κυριαζής; και αν όντως υπάρχει μια τέτοια διαφορά.

Δηλαδή να το ρωτήσω αλλιώς. Εσύ όταν πρωτοδιάβασες το Ενάντια στην μέρα. Το διάβασες ως ένας αναγνώστης του Πίντσον. ή με σκεπτικό την μετάφραση του και πιστεύεις πως έχει διαφορά κάτι τέτοιο;

Γιώργος: Κατ’ αρχάς, τον Πίντσον τον επέλεξα εγώ, δεν μου τον φόρτωσαν. Από την πρώτη στιγμή που τον διάβασα, στο πρωτότυπο, μαγεύτηκα.

Βασίλης: γι αυτό είμαι σίγουρος, αυτό εννοώ ειδική σχέση

Γιώργος: Ήταν λες και αφύπνιζε περιοχές του εγκεφάλου μου που κοιμούνταν. Από τη στιγμή που άρχισα να τον μεταφράζω, αναγκαστικά πέρασα σε άλλα επίπεδα κατανόησης του κειμένου. Αυτό μου στέρησε τη χαρά της απορρόφησης που βιώνει ο αναγνώστης, αλλά μου έδωσε τη χαρά της ανακάλυψης κρυμμένων πραγμάτων που δεν φαίνονται με την πρώτη.

Μετά το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, τα υπόλοιπα βιβλία του Πίντσον που έκανα δεν τα διάβασα πρώτα, αλλά ξεκίνησα την ανάγνωση ταυτόχρονα με τη μετάφραση, γιατί δεν ήθελα να χάσω την έκπληξη του να βλέπεις κάτι για πρώτη φορά. Ήθελα να είμαι ταυτόχρονα και αναγνώστης και μεταφραστής. Είναι κι αυτό από τις διαστροφές του επαγγέλματος…

Βασίλης: Μου θύμισες με αυτό που είπες μια συνέντευξη του Ρίτσαρντ Φάινμαν στην οποία τον ρώτησαν αν ο φυσικός τελικά χάνει την ομορφιά του κόσμου. Και ο Φάινμαν απάντησε πως όχι, γιατί βλέποντας πχ. ένας φυσικός ένα κόκκινο ηλιοβασίλεμα δεν ‘ευχαριστιέται’ μόνο με το αισθητικό οπτικό κομμάτι μα νιώθει μια έξτρα ευχαρίστηση γιατί γνωρίζει πως δημιουργείται αυτό το χρώμα.

Γιώργος: Κάτι τέτοιο…

Βασίλης: κάτι τέτοιο…

Πάντως το against the day σου πήρε κάπου τρία χρόνια για να το ‘διαβάσεις’

Γιώργος: Δυόμισι περίπου, γεμάτα άγχος (γιατί είχα καθυστερήσει) και δουλειά μέρα-νύχτα.

Βασίλης: γενικότερα το against the day σαν ώριμο βιβλίο θεωρείται πιο λυρικό στην γραφή του και πιο εύκολο σαν ανάγνωση από το gravitys rainbow ας πούμε. Εσύ το είδες έτσι; ή είναι πολλές οι κρυμμένες λεπτομέρειες του μεταφραστή;

Γιώργος: Πιο λυρικό; Δεν ξέρω. Εμένα μου φάνηκε πιο “αφηγηματικό”. Δεν είχε πολλά λυρικά κομμάτια, σε σχέση με το μέγεθός του.

Το Μέισον & Ντίξον ήταν πιο λυρικό και πιο ανθρώπινο, και το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας είχε αξεπέραστα λυρικά κομμάτια, τα οποία όμως βρίσκονταν σε άμεση αντιπαράθεση με κομμάτια απίστευτης ωμότητας…

Βασίλης: Να το εξηγήσω: πιστεύω πως το Against the Day έχει κομμάτια που ο Πίντσον δεν θα τα έγραφε ποτέ με την μορφή που γράφηκαν εκεί, πριν είκοσι χρόνια.

Γιώργος: Α, ναι. Το ύφος του έχει “μαλακώσει”, και είναι κι αυτό ένα δείγμα ωρίμανσης του συγγραφέα.

Βασίλης: Όμως είναι απίστευτος χαμαιλέων στην γραφή του και ίσως τα κομμάτια για τα οποία μιλάω να είναι απλώς μίμηση των λογοτεχνικών κειμένων του τέλους του 19ου αιώνα. Για παράδειγμα στο Ινχέρεντ Βάις δεν υπάρχει σχεδόν πουθενά αυτή η γραφή…

Γιώργος: Ναι. Και μια που μιλάς για χαμαιλεοντισμό, κάνει κάτι που με ταλαιπώρησε απίστευτα στη μετάφραση:

Ανάλογα με το πού εκτυλίσσεται η πλοκή (Αμερική, Αγγλία, Γερμανία, Μαρόκο, Σερβία, Ιταλία, Ελλάδα, Σιβηρία, Μεξικό, είναι ατέλειωτος ο κατάλογος), χρησιμοποιεί ντόπιες λέξεις και εκφράσεις και κάνει αναφορές σε ντόπια φαγητά, ντόπιες συνήθειες, ντόπια μνημεία, τοπική ιστορία, κ.τ.λ.

Άντε ψάξε τα εσύ, τώρα…

Βασίλης: :)

Στο τμήμα του βιβλίου που εκτυλίσσεται στην Θεσσαλονίκη δε σου φάνηκε περίεργο που το ελληνικό στοιχείο είναι σχεδόν ανύπαρκτο;

Γιώργος: Δεν θα έλεγα ανύπαρκτο, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η ιστορία που μαθαίνουμε εμείς στο σχολείο δεν είναι και πολύ ακριβής. Η Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή ήταν μια πολυεθνική και πολυπολιτισμική πόλη, όπου το ελληνικό στοιχείο δεν ήταν πλειοψηφία. Εξάλλου, τον Πίντσον φαίνεται να τον ενδιαφέρει πολύ το ζήτημα των Νεότουρκων, μια και έχει κάνει εκτενείς αναφορές και στο Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας.

Βασίλης: I rephrase: απλώς για μένα ήταν ενδιαφέρον πως η Θεσσαλονίκη παρουσιάζεται σαν τόσο μουλτικάλτιουραλ όσο είναι πχ. το Λονδίνο σήμερα.

Γιώργος: Μα, δεν ήταν; Υπήρχε και έντονο Εβραϊκό στοιχείο, με πολύ σημαντική πολιτιστική συμβολή.

Βασίλης: σίγουρα ήταν. Και το βιβλίο είναι λίγο σαν eye opener για ανθρώπους που ξέρουν ελληνική ιστορία μόνο από αυτά που διαβάζουμε από το σχολείο.

Γιώργος: Σαφώς, παρά τις όχι και πολύ εκτενείς αναφορές. Είναι χρήσιμο να καταλαβαίνεις πώς σε βλέπουν οι άλλοι.

Βασίλης: Πάντως, επεκτείνοντας αυτό που λέμε τώρα, παρόλες τις πολλές αναφορές σε εκατοντάδες άλλα θέματα για μένα το Ενάντια στην Μέρα είναι κατεξοχήν ένα βιβλίο που αφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο άνθρωπος την ιστορία καθώς και την εξέλιξή της. Και παρόλο που υποτίθεται πως είναι ‘ιστορικό μυθιστόρημα’ ο ίδιος ο Πίντσον τραβάει μια γραμμή και προειδοποιεί: ‘άλλο ιστορικό μυθιστόρημα, και άλλο ιστορία’ πράγμα που δεν είναι εύκολα κατανοητό σήμερα ;)

Γιώργος: Συμφωνώ απολύτως. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που επέλεξε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με τις τεράστιες κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές και επιστημονικές ανακατατάξεις, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της ανθρώπινης εμπειρίας, που αποτελεί μόνιμο θέμα του σε όλα του τα βιβλία. Και στα άλλα δυο μυθιστορήματά του που έχω μεταφράσει, αναφέρεται σε κρίσιμες χρονικές περιόδους: στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και στη μετεπαναστατική και μεταδιαφωτιστική Αμερική.

Βασίλης: Η συγκεκριμένη περίοδος ίσως να είναι η περίοδος των πιο έντονων αλλαγών έβερ. Μιλάμε για επιστημονικές, πολιτικές, και ταυτόχρονα καλλιτεχνικές επαναστάσεις μέσα σε ένα διάστημα λίγων δεκαετιών. που ουσιαστικά ορίζουν τον άνθρωπο του σήμερα

Γιώργος: Έτσι. Και η διάκριση που λες γίνεται με πολύ ιδιαίτερο τρόπο: μπλέκοντας φανταστικά πρόσωπα με πραγματικά.

Βασίλης: και πέρα από αυτό θεωρώ πως ένα από τα πιο περίπλοκα κομμάτια είναι πως ενώ φαίνεται αρχικά πως η διήγηση γίνεται μέσα στην εποχή στην οποία εξελίσσεται η δράση τελικά τα στοιχεία του ‘σήμερα’ είναι πολύ έντονα μέσα στο βιβλίο. Ο Πίντσον βρίσκει τρόπο να μιλήσει για το 2006 γράφοντας για το 1900 αν θέλεις

Γιώργος: Αυτό δεν κάνουν όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς; Οι αρχαίοι τραγικοί, ας πούμε, δεν είναι επίκαιροι και σήμερα; Νομίζω πως αυτό έχει να κάνει με αυτό που είπαμε πριν περί ανθρώπινης εμπειρίας.

Βασίλης: σωστά. Για σένα το βιβλίο ήταν αισιόδοξο ή απαισιόδοξο;

Γιώργος: Σαφώς αισιόδοξο, αλλά με πολύ ρεαλιστικό τρόπο. Όπως ακριβώς και τα άλλα μεγάλα του βιβλία.

Βασίλης: το ίδιο λέω και γω… μα να σου πω την αλήθεια το είδα σαν το μόνο αισιόδοξο βιβλίο του. όλα τα άλλα μ αφήνουν με ένα αίσθημα θλίψης και απαισιοδοξίας. το Ενάντια στη Μέρα όμως όχι. μόνο και μόνο η τελευταία φράση του είναι γεμάτη από ‘ελπίδα’.

Γιώργος: Το Μέισον και Ντίξον τελειώνει πολύ συγκινητικά, αλλά δεν θα το έλεγα “θλίψη” αυτό. Όσο για το Ουράνιο Τόξο, θα έλεγε κανείς ότι τελειώνει με καταστροφή, αλλά οι άνθρωποι τραγουδάνε. Και αυτό σχετίζεται με την γενικότερη οπτική του Πίντσον για τον άνθρωπο: μπορεί γύρω να γίνεται χαμός, τα πάντα να καταστρέφονται, ή διάφορες δομές εξουσίας να προσπαθούν να μας χειραγωγήσουν και να συνωμοτούν εναντίον μας, αλλά όσο εμείς μπορούμε να χαιρόμαστε τα απλά, καθημερινά πράγματα της ζωής και να επιβιώνουμε, διατηρώντας παράλληλα ενεργό το μυαλό μας και τα συναισθήματά μας, και αντιδρώντας όπως και όταν μπορούμε, όλα θα είναι μια χαρά.

Βασίλης: υπάρχει μια περίεργη absurdity στο έργο του που είναι ακριβώς αυτό: η καταστροφή μαζι με το τραγούδι που λες, στο Ουράνιο Τόξο αλλά ειλικρινά ειδικά για το συγκεκριμένο δεν μπορώ να το δω σαν αισόδοξο βιβλίο.

Γιώργος: Το πρώτο πράγμα που μου είχε κάνει εντύπωση στο Ουράνιο Τόξο ήταν η συνύπαρξη του γέλιου με το θάνατο. Υπάρχει μια σκηνή όπου ο Ρότζερ και η Τζέσικα έχουν μόλις κάνει έρωτα, και ο Ρότζερ την γαργαλάει παιχνιδιάρικα. Εκείνη τη στιγμή σκάει μια ρουκέτα (ή βόμβα, δεν θυμάμαι) εκεί κοντά, και ο Ρότζερ βλέπει το θάνατο στην πόρτα να του λέει “έλα να γαργαλήσεις κι εμένα”. Νομίζω ότι αυτή η ρεαλιστική συνύπαρξη είναι βασικό στοιχείο στον Πίντσον.

Βασίλης: μια από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις του που είναι πάλι Ρότζερ και Τζέσικα που εκφράζει περίπου αυτό που λες είναι το “They are in love, fuck the war”

Γιώργος: Ακριβώς

Βασίλης: που πρέπει να είναι από κει και φυσικά το τέλος του 1ου κεφαλαίου, με το τραγούδι the children learning to die ή κάπως έτσι.

Γιώργος: Και στην αρχή λέει για τη μυρωδιά της μπανάνας το πρωινό, ότι είναι ένας τρόπος να πει κανείς ξεκάθαρα στο Θάνατο να πάει να γαμηθεί. Τη βρήκα υπέροχη αυτή τη φράση. Παντού υπάρχει η χαρά της ζωής, ενάντια σε όλα τα άλλα.

Βασίλης: η απάντηση σε αυτό το κείμενο είναι απλώς we are not worthy ;) σε αυτή την άποψη για τη ζωή μάλλον μέσα από το GR. πάντως στο Ενάντια στη Μέρα αυτό που είναι το χαρακτηριστικό είναι πως κινείται σε ένα σύμπαν where people got what they deserve. ίσως γι αυτό το θεωρώ πιο ‘αισιόδοξο’.. το έχω ξαναπεί πάντως πως το θεωρώ μαρξιστικό βιβλίο μεταμαρξιστικο, ή μάλλον νεομαρξιστικό στην άποψη για την ιστορία σαν αποτέλεσμα συλλογικών πράξεων και όχι ατομικών η οποία οδεύει όμως προς το καλύτερο και πως το κακό συνθλίβεται αναγκαστικά.

Γιώργος: Ένα μέρος του κακού συνθλίβεται, αλλά το κακό συνεχίζει να υπάρχει. Το θέμα είναι η αντίσταση, και μάλιστα η μεμονωμένη αντίσταση, ή σε μικρές ομάδες. Δεν ξέρω αν έχει καμιά σχέση με μαρξιστικές αντιλήψεις, αλλά σίγουρα ο Πίντσον σε όλα του τα έργα παίρνει το μέρος του αδυνάτου.

Βασίλης: βεβαία. πολύ σωστό αυτό. τελειώνοντας την μετάφραση εσύ ένιωσες ανακούφιση; ή θλίψη;

Γιώργος: Εννοείς ως ανάγνωση; Γιατί ως μετάφραση ένιωσα τεράστια ανακούφιση!

Βασίλης: εννοούσα και τα δυο!

Γιώργος: Καμία θλίψη. Απλώς μου γεννήθηκε η επιθυμία να το ξαναδιαβάσω, πράγμα που ήδη κάνω.

Βασίλης: αυτό που εμένα με έκανε να πιστέψω πως αυτό θα ήταν το τελευταίο βιβλίο του ήταν οι αναφορές σε άλλα βιβλία του μέσα από το Ενάντια στη Μέρα. δεν ξέρω αν το είδες καθόλου έτσι εσύ. εγώ το είδα σαν ένα βιβλίο που έκλεινε όλα τα υπόλοιπα

Γιώργος: Κοίτα, και μόνο το μέγεθός του θα αρκούσε για να το θεωρήσει κανείς κύκνειο άσμα. Αλλά είδες ότι πριν περάσουν τρία χρόνια, έβγαλε καινούργιο, που βέβαια δεν είναι του ίδιου βεληνεκούς. Το ανησυχητικό είναι ότι έχει περάσει τα 70, και δεν ξέρω αν θα προλάβει να γράψει κάτι εξίσου μεγάλο και εξίσου σημαντικό. Αλλά επιμένω να είμαι αισιόδοξος.

Βασίλης: Το σίγουρο για μένα είναι πως αν διαβάσεις ένα βιβλίο του Πίντσον πρέπει να διαβάσεις και τα υπόλοιπα. είναι ένα σύνολο που δεν σπάει εύκολα.

Γιώργος: Σίγουρα. Έχω μια μικρή επιφύλαξη για τα “καλιφορνέζικα” βιβλία του (COL49, Vineland και Inherent Vice), αλλά ίσως κάνω λάθος.

Βασίλης: εγώ τα βλέπω στο ίδιο πλαίσιο, για πολλούς λόγους, να μην επεκταθούμε όμως εκεί. αλλά μάλλον το να μεταφράσεις έναν Πίντσον σημαίνει πως πρέπει να μεταφράσεις και τα υπόλοιπα ;)

Γιώργος: Ναι, είναι αρρώστια…

Βασίλης: Να δούμε η μετάδοσή της πως θα είναι… Γιώργο σε ευχαριστώ πολύ. ήταν εξαίσια η κουβέντα

Γιώργος: Εγώ σε ευχαριστώ

VD-40

•Δεκεμβρίου 1, 2009 • 2 σχόλια

VD-40
Ξυπνάς λοιπόν ένα πρωινό και αντιλαμβάνεσαι πως είσαι σαράντα ετών και το πρώτο πράγμα που αναρρωτιέσαι είναι ‘μα καλά πως έγινε;’. Θυμάμαι τον πατέρα μου όταν ήταν σαράντα ετών, είχα τότε περίπου την ίδια ηλικία που έχει ο γιός μου σήμερα, και θυμάμαι έναν πολύ ώριμο άνδρα με πολλά άσπρα μαλλιά, κοιτάζω όμως το δικό μου πρόσωπο στον καθρέφτη και δεν μπορώ να αντικρύσω το αντίστοιχο. Δεν μπορώ ή δεν θέλω.

Μπορεί όμως να μη θέλω να δω στον καθρέφτη τον μεσήλικα Βασίλη, όμως από την άλλη δεν θα ήθελα να επέστρεφα στον Βασίλη των είκοσι ή ακόμη και των τριάντα χρόνων. Σήμερα είμαι πολύ πιο σίγουρος από τον εαυτό μου από τότε, πολύ πιο goal oriented από τότε, πολύ πιο ήρεμος από τότε, πολύ πιο ερωτευμένος από τότε και πολύ πιο γυμνασμένος από τότε. Κι όμως ακόμη και καθώς γράφω αυτά, νιώθω πως ίσως απλώς να είναι αποτέλεσμα κάποιου mid life crisis το οποίο δεν έχω καλά καλά συνειδητοποιήσει. Άλλωστε η δικιά μας η γενιά είναι μια γενιά που δεν θέλει να μεγαλώσει. Ντυνόμαστε όπως τα παιδιά μας, ακούμε την ίδια – περίπου – μουσική με τα παιδιά μας, παίζουμε τα ίδια παιχνίδια με τα παιδιά μας, και με λίγα λόγια κάνουμε ό,τι είναι δυνατό και περνάει από το χέρι μας για να παραμείνουμε ‘αιώνιοι έφηβοι’. Και μπορεί αυτό να είναι όνειρο αιώνων, όμως για πρώτη φορά, ψυχολογικά τουλάχιστον, φαίνεται να το καταφέρνουμε. Όμως πραγματικά αναρρωτιέμαι τι αποτέλεσμα θα έχει αυτή η αίσθηση της αιώνιας εφηβείας στην αντιμετώπιση του αναπόφευκτου τέλους μας.

Το σίγουρο πάντως είναι πως τίποτε δεν γίνεται τέλειο με την πρώτη. Το WD-40 έχει αυτό το όνομα γιατί πρόκειται για την τεσσαρακοστή συνταγή που δοκίμασε ο Norm Larsen. Η δικιά μου τεσσαρακοστή προσπάθεια είναι εδώ…

‘Ενάντια στη Μέρα’, Τόμας Πίντσον

•Νοεμβρίου 27, 2009 • 4 σχόλια

Ενάντια στη Μέρα
Αρκετοί φίλοι και γνωστοί που ξέρουν το πάθος μου για τον Πίντσον έρχονταν, εδώ και περίπου ένα χρόνο, και με ανυπομονησία με ρωτούσαν για το πότε να περιμένουν την έκδοση του Against the Day στα ελληνικά. Είχε διαρρεύσει γενικότερα πως ο Καστανιώτης αυτή τη φορά είχε ‘δώσει΄την μετάφραση στον Γιώργο Κυριαζή, και πως ο Γιώργος εργάζονταν πυρετωδώς για την μετάφραση. Πως μεταφράζεται όμως ένα έργο σαν το Against the Day; Πως μεταφράζεται ο Πίτνσον γενικότερα;

Για το ίδιο το βιβλίο δεν χρειάζεται να πω περισσότερα. Έχω ήδη γράψει στο παρελθόν την άποψή μου (εδώ και εδώ) αλλά και στο μπλογκ με την ανάλυση της ανάγνωσης την στιγμή που την έκανα. Σημασία έχει πως ύστερα από δυομισι χρόνια δουλειάς, ο Κυριαζής κατάφερε το τιτάνιο έργο να έχει έτοιμη την μετάφραση και το Ενάντια στη Μέρα θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία από την επόμενη εβδομάδα. Και επίσης σημασία έχει πως ο ίδιος ο Κυριαζής θα ασχοληθεί σύντομα με την δημιουργία ενός ελληνικού σάιτ που θα αφορά μια ανάλυση τμημάτων του Ενάντια στην Μέρα έτσι ώστε να λειτουργεί σαν αναγνωστικό βοήθημα.

Σημασία έχει πως χαίρομαι που βλέπω τον αγαπημένο μου – για πολλούς λόγους – συγγραφέα, να λαμβάνει μια προσοχή τόσο από τον μεταφραστή όσο και από τον εκδοτικό οίκο που μπορεί να τον κάνει περισσότερο γνωστό στο ελληνικό κοινό. Και ειλικρινά πολύ θα χαιρόμουν αν συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Το αερόπλοιο του Ενάντια στη Μέρα μαζεύει τα σχοινιά του. Το ταξίδι αρχίζει. Αλλά, όπως πάντα, με προσοχή!

UPDATE: Περάστε και μια βόλτα από το νέο μπλογκ του Γιώργου Κυριαζή για Πυντσονικά θέματα.

Play it again Sam…

•Νοεμβρίου 19, 2009 • 4 σχόλια

Ενώ η λίστα με τα βιβλία που έχω να διαβάσω στους επόμενους μήνες αυξάνεται συνεχώς και ήδη τα ‘προσεχώς’ βιβλία έχουν αρχίσει να κυρτώνουν το σχετικό ράφι από την βιβλιοθήκη μου σκεφτόμουν τον τελευταίο καιρό πως θέλω να ξαναδιαβάσω κάποια από τα υπόλοιπα βιβλία, κι ας είναι για κάποια από αυτά πολύ πρόσφατη η ανάγνωσή τους. Σε ένα πρόχειρο ψάξιμο μνήμης και βιβλιοθήκης λοιπόν, έστησα σιγά σιγά την παρακάτω λίστα (χωρίς ουσιαστική σημασία στην σειρά εμφάνισης).

  • ‘Kafka on the Shore’, Haruki Murakami. Το πρώτο βιβλίο του Murakami που διάβασα εξακολουθεί να είναι και το αγαπημένο μου. Θέλω να το ξαναδιαβάσω υπο το πρίσμα των υπολοίπων πλέον.
  • ‘The Savage Detectives’, Roberto Bolano. Από την στιγμή που το τέλειωσα ήθελα να το ξαναδιαβάσω. Ένα αριστούργημα δεν διαβάζεται μόνο μια φορά.
  • ‘2666′, Roberto Bolano. Επίσης αριστούργημα κατά τμήματα, θα ήθελα να το διαβάσω αμέσως μετά το Savage Detectives σαν συνέχεια του.
  • ‘Infinite Jest’, David Foster Wallace. Έχω μιλήσει αρκετές φορές γι’ αυτό το βιβλίο και για το πως έχω φοβηθεί να το διαβάσω δεύτερη φορά. Ίσως θα έπρεπε με την έκδοση του μεταθανάτιου The Pale King σε λίγους μήνες.
  • ‘House of Leaves’, Mark Danielewski. Το πιο συνταρακτικό και σημαντικό βιβλίο που διάβασα τα τελευταία δέκα χρόνια. Παραμένει διαβασμένο μόνο μια φορά και μου κλείνει το μάτι κάθε φορά που το βλέπω στην άκρη του ραφιού…
  • ‘Mason & Dixon’, Thomas Pynchon. As if I need a reason to read Pynchon… γιατί αυτό όμως; Ίσως γιατί έχω μια πολύ στενή σχέση μαζί του και μαζί με τους πιο καλοχαρακτηρισμένους ήρωες πυντσονικού βιβλίου.
  • ‘The Satanic Verses’, Salman Rushdie. Έχω προσωπικούς λόγους που βρίσκω αυτό το βιβλίο σημαντικό. Το έχω ήδη διαβάσει τρεις φορές. Πολύ θα ήθελα να το ξαναδώ με άλλο πρίσμα πλέον.
  • ‘The War at the End of The World’, Mario Vargas Llosa. Δεν έχω ιδιαίτερο λόγο. Απλώς είναι το καλύτερο και πιο φιλόδοξο βιβλίο του.

…και σταματάω εδώ γιατί αλλιώς η λίστα θα συνεχίσει πολύ παρακάτω. Τι να κάνουμε, the fundamental things apply…