Play it again Sam…

•Νοεμβρίου 19, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Ενώ η λίστα με τα βιβλία που έχω να διαβάσω στους επόμενους μήνες αυξάνεται συνεχώς και ήδη τα ‘προσεχώς’ βιβλία έχουν αρχίσει να κυρτώνουν το σχετικό ράφι από την βιβλιοθήκη μου σκεφτόμουν τον τελευταίο καιρό πως θέλω να ξαναδιαβάσω κάποια από τα υπόλοιπα βιβλία, κι ας είναι για κάποια από αυτά πολύ πρόσφατη η ανάγνωσή τους. Σε ένα πρόχειρο ψάξιμο μνήμης και βιβλιοθήκης λοιπόν, έστησα σιγά σιγά την παρακάτω λίστα (χωρίς ουσιαστική σημασία στην σειρά εμφάνισης).

  • ‘Kafka on the Shore’, Haruki Murakami. Το πρώτο βιβλίο του Murakami που διάβασα εξακολουθεί να είναι και το αγαπημένο μου. Θέλω να το ξαναδιαβάσω υπο το πρίσμα των υπολοίπων πλέον.
  • ‘The Savage Detectives’, Roberto Bolano. Από την στιγμή που το τέλειωσα ήθελα να το ξαναδιαβάσω. Ένα αριστούργημα δεν διαβάζεται μόνο μια φορά.
  • ‘2666′, Roberto Bolano. Επίσης αριστούργημα κατά τμήματα, θα ήθελα να το διαβάσω αμέσως μετά το Savage Detectives σαν συνέχεια του.
  • ‘Infinite Jest’, David Foster Wallace. Έχω μιλήσει αρκετές φορές γι’ αυτό το βιβλίο και για το πως έχω φοβηθεί να το διαβάσω δεύτερη φορά. Ίσως θα έπρεπε με την έκδοση του μεταθανάτιου The Pale King σε λίγους μήνες.
  • ‘House of Leaves’, Mark Danielewski. Το πιο συνταρακτικό και σημαντικό βιβλίο που διάβασα τα τελευταία δέκα χρόνια. Παραμένει διαβασμένο μόνο μια φορά και μου κλείνει το μάτι κάθε φορά που το βλέπω στην άκρη του ραφιού…
  • ‘Mason & Dixon’, Thomas Pynchon. As if I need a reason to read Pynchon… γιατί αυτό όμως; Ίσως γιατί έχω μια πολύ στενή σχέση μαζί του και μαζί με τους πιο καλοχαρακτηρισμένους ήρωες πυντσονικού βιβλίου.
  • ‘The Satanic Verses’, Salman Rushdie. Έχω προσωπικούς λόγους που βρίσκω αυτό το βιβλίο σημαντικό. Το έχω ήδη διαβάσει τρεις φορές. Πολύ θα ήθελα να το ξαναδώ με άλλο πρίσμα πλέον.
  • ‘The War at the End of The World’, Mario Vargas Llosa. Δεν έχω ιδιαίτερο λόγο. Απλώς είναι το καλύτερο και πιο φιλόδοξο βιβλίο του.

…και σταματάω εδώ γιατί αλλιώς η λίστα θα συνεχίσει πολύ παρακάτω. Τι να κάνουμε, the fundamental things apply…

‘Ultramarathon Man’, Dean Karnazes

•Νοεμβρίου 5, 2009 • 2 σχόλια

Πολλές φορές όταν τρέχω τα πρωινά απορώ λίγο με την έλλειψη άλλων συνδρομέων και με το γεγονός πως ενώ η Ελλάδα έχει τόσο ιδανικό καιρό γι’ αυτό, το penetration των δρόμων μεγάλων αποστάσεων είναι πολύ μικρό. Ίσως έχει σχέση με την έλλειψη περιοχών στις οποίες θα μπορούσε να τρέξει κάποιος, ή απλώς με την ζέστη τους τρεις καλοκαιρινόύς μήνες. Ίσως όμως να είναι και αποτέλεσμα της έμφυτης καλοπέρασης του Έλληνα. Το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων απαιτεί το ξεπέρασμα ενός εμποδίου. Το εμπόδιο είναι απλώς ο εαυτός σου. Και είναι τελικά το δυσκολότερο από τα εμπόδια που μπορεί να συναντήσει κανείς μπροστά του.

Το τρέξιμο για μένα είναι μια μορφή κάθαρσης. Ίσως με την καθαρά χριστιανική έννοια καταλαβαίνω την έννοια της υπέρβασης του φυσικού και του ψυχικού πόνου που πρέπει να τελεστεί γα να μπορέσει να συνεχίσει κανείς την απόσταση (και την ζωή του). Ίσως ακόμη και να καταλαβαίνω την καθαρά μαζοχιστική συνιστώσα του σε συνδυασμό και με την έκκριση των ενδορφινών από τον οργανισμό. Δυσκολεύομαι όμως να καταλάβω γιατί αυτή η κάθαρση κι αυτή η υπέρβαση είναι πια τόσο δύσκολη στην Ελλάδα…

Ξεκινώντας κανείς να διαβάζει το ‘Ultramarathon Man’ του ελληνοαμερικάνου Dean (Κωνσταντίνου) Karnazes δεν μπορεί παρά να νιώσει πως ο άνθρωπος είναι απλά μουρλός! Γιατί άλλο κάποιος να έτρεχε 160 χιλιόμετρα σε ορεινό δρόμο μέσα σε 24 ώρες σε έναν αγώνα που η περιγραφή του μοιάζει με το χειρότερο βασανιστήριο; Γιατί άλλο κάποιος θα έτρεχε 320 χιλιόμετρα σε 46 ώρες συνεχόμενου τρεξίματος μέσα σε ένα σαββατοκύριακο ενώ την Δευτέρα θα πρέπει να πάει κανονικά στην δουλειά του; Για ποιό άλλο λόγο αποφασίζει κάποιος να τρέξει έναν μαραθώνιο στην Ανταρκτική; Ή να τρέξει 220 χιλιόμετρα μέσα στην Death Valley σε θερμοκρασίες που φτάνουν να λιώσουν τα παπούτσια σου…

Όμως φαίνεται πως ακόμη και η ‘τρέλα’ δεν φτάνει για να σπρώξει κάποιον να κάνει όλα αυτά. Υπάρχει κάτι βαθύτερο που αφορά στον άνθρωπο σαν μια μηχανή επιβίωσης πάνω σε έναν δύσκολο εχθρικό πλανήτη και που δείχνει τις δυνατότητες υπέρβασης που έχουμε όλοι μέσα μας αλλά τις έχουμε ξεχάσει λόγω της μαλθακότητας της δυτικής ζωής μας. Υπάρχει επίσης ένα έμφυτο αίσθημα ανάγκης να ανακαλύψει κανείς πόσο μακριά μπορεί να πάει που απαιτεί να ικανοποιηθεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο και το οποίο ο Karnazes από ότι φαίνεται το νιώθει σαν τμήμα της δικής του κάθαρσης. Ίσως έτσι να λειτουργούσε πάντα η εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού, η επέκταση του ανθρώπου πανω στην Γη, η κατάκτηση καινούριων πραγμάτων, εκτάσεων μα και ιδεών: σαν ένα μείγμα της κάθαρσης και της υπέρβασης που μπορεί να ξεκινά ατομικά αλλά έχει τελικά συλλογικά αποτελέσματα (και ίσως και αυτό ακόμα ως έλλειψη να έχει κάποιο παράλληλο με την σημερινή γενικότερη κατάσταση στην Ελλάδα).

Το Ultramarathon Man μπορεί να είναι απλώς η ιστορία ενός ανθρώπου που τρέχει μα σίγουρα έχει προσφέρει στο σύνολο πολλά περισσότερα σαν motivation χιλιάδων άλλων ανθρώπων. Αν ο Karnazes στα σαρανταεπτά του χρόνια σήμερα τρέχει όλα αυτά τα χιλιόμετρα σαν ερασιτέχνης και όχι σαν επαγγελματίας έχοντας κανονικά την δουλειά του τις υπόλοιπες ημέρες, τότε δεν είναι αυτό ένα κίνητρο για όλους να σηκωθούν από τον καναπέ; Έστω και για 3 χιλιόμετρα κάθε λίγες μέρες;

‘My Name Is Red’, Orhan Pamuk

•Οκτωβρίου 27, 2009 • 14 σχόλια

Συνήθως το (σύγχρονο) νομπέλ του συγγραφέα είναι παράγοντας που δρα αρνητικά πάνω στην απόφασή μου για το αν θέλω να διαβάσω ή όχι ένα βιβλίο. Ο Pamuk όμως αποτελούσε – ως τώρα τουλάχιστον – μια εξαίρεση. Από καιρό ήθελα να διαβάσω κάποιο βιβλίο του, μια που ουσιαστικά αποτελεί τον μόνο μεταμοντέρνο συγγραφέα που κατάφερε να αποσπάσει το Νομπέλ, και σαν ο πυντσονολάγνος φίλος Jeremy μου πρότεινε το My Name is Red, σκέφτηκα πως ο κύβος ερρίφθη.

Δυστυχώς όμως ο ενθουσιασμός μου σταμάτησε σύντομα, ίσως ίσως από το πρώτο ακόμη κεφάλαιο του βιβλίου όπου ο αφηγητής είναι ένας πρόσφατα δολοφονημένος μικρογράφος. Μπορώ να συγχωρήσω πολλά σε ένα βιβλίο μα η αφήγηση ενός πεθαμένου μου φέρνει απλώς την ιδέα πως πρόκειται για ένα φτηνό χολλυγουντιανό κόλπο του συγγραφέα για να στήσει μια ιστορία που τίποτε δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα.

Αυτό το πρώτο κεφάλαιο όμως δεν ήταν το μόνο που με ενόχλησε στο βιβλίο. Όλα τα κεφάλαια είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο και είναι αφηγήσεις διαφόρων προσώπων – ή όντων – που ξετιλύγουν μια whodunnit ιστορία δολοφονίας. Όμως αν και οι χαρακτήρες είναι πολύ καλά στημένοι η γλώσσα – ή η μετάφραση – είναι τέτοια που δεν υπάρχει παρά η ελάχιστη διαφοροποίηση από αφήγηση σε αφήγηση και πρόσωπο σε πρόσωπο και είναι σαν ο αναγνώστης να είναι αποδέκτης ενός τεράστιου μονόλογου από το ίδιο πρόσωπο με πολλά στοιχεία επανάληψης. Και φοβάμαι πως ο Παμούκ απέτυχε να κρατήσει το ενδιαφέρον μου για το να μάθω τελικά ποιός ήταν ο δολοφόνος αλλά κυρίως απέτυχε να με πείσει πως είχε μπει ο ίδιος στο πετσί της ιστορίας – που εκτυλίσσεται τον 16ο αιώνα – αλλά φαντάζει για μένα τουλάχιστον σαν ένα μπαστάρδεμα αφήγησης του 21ου αιώνα που προσποιείται πως ανήκει στον 16ο.

Όμως παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ψήγματα μέσα στο βιβλίο που δείχνουν μια δύναμη γραφής και ένα θάρρος που αν και προσποιούμενο κάποιες φορές είναι σημαντικό που υπάρχει. Το My Name Is Red είναι ένα φιλόδοξο βιβλίο και η φιλοδοξία του φαίνεται πως απέδωσε με το Νομπέλ του συγγραφέα. (και για να πω την κακία μου φιλόδοξα βιβλία σαν κι αυτό λείπουν από την Ελλάδα). Φαίνεται όμως να είναι κατά τμήματα και προσωπικό βιβλίο και να προσπαθεί να λύσει κάποια ζητήματα που αφορούν στην σχέση του συγγραφέα με την Δύση. Το σε ποιο βάθος προχωρά αυτή η επίλυση δεν μπόρεσα εύκολα να το διακρίνω.

‘The Children’s Book’, A.S. Byatt

•Οκτωβρίου 9, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Η περίοδος του τέλους του δεκάτου ενάτου αιώνα και της αρχής του εικοστού είναι κατ’ εμέ μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες περιόδους στην ιστορία του ανθρώπου. Μέσα σε μια περίοδο περίπου τριάντα σαράντα ετών συνέβησαν τόσο πολλές ‘επαναστάσεις’, στην επιστήμη, την τέχνη την κοινωνία σε συνδυασμό και με έναν τραγικό σε εξέλιξη παγκόσμιο πόλεμο, αλλάζωντας εντελώς την σκέψη και την μορφή της ζωής του δυτικού ανθρώπου. Έχω ξαναγράψει εδώ αρκετές φορές γι’ αυτήν την εποχή με μεγαλύτερο έναυσμα ίσως το Against the Day του Pynchon που εξελίσσεται περίπου σε αυτήν την περίοδο.

Ένα όμως χαρακτηριστικό της περιόδου αλλαγής είναι πως καμιά από τις επαναστάσεις αυτές δεν συνέβη επί βρετανικού εδάφους. Η σχετικότητα και η κβαντομηχανική ήταν καθαρά γερμανική υπόθεση (με μόνο εγγλέζο συμμέτοχο τον Dirac, ο οποίος ήταν… Γάλλος), ο ντανταισμός/κυβισμός/σουρεαλισμός καθαρά γαλλική υπόθεση, η κομμουνιστική επανάσταση καθαρά ρωσική υπόθεση. Η μόνη επανάσταση επί εδάφους της ροζ αυτοκρατορίας εκείη περίπου την εποχή ήταν η εξέλιξη της μηχανιστικής επανάστασης στο πρόσωπο της θεωρίας του Δαρβίνου για την φυσική επιλογή (για την οποία είχα γράψει παλιότερα τον πιθανό λόγο για τον οποίο εμφανίστηκε στην βικτωριανή αγγλία και όχι κάπου αλλού).

Η A.S. Byatt καταπιάνεται στο The Children’s Book με αυτήν την δύσκολη περίοδο αλλαγής από την βικτωριανή στην εδουαρδιανή εποχή (1890-1920 περίπου) προσφέροντας στον αναγνώστη μια διορατική ματιά για μια βρετανική αυτοκρατορία που – και αυτή – αλλάζει, αλλά με τον δικό της διαφορετικό ρυθμό. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν υπάρχουν ‘αν’ στην ιστορία και δεν είναι απλό να σκεφτεί κανείς ποια θα ήταν η εξέλιξη στην βρετανία αν δεν συνέβαινε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος (που έδρασε σαν καταλύτης για πολλές αλλαγές) αλλά το σίγουρο είναι πως μέσα από το βιβλίο διαφαίνονται όλα τα σπέρματα αλλαγής για πράγματα που την σημερινή εποχή τα θεωρούμε όλοι δεδομένα.

Παρ’ όλα αυτά το The Children’s Book δεν είναι σίγουρα το αγαπημένο μου βιβλίο της A.S. Byatt (μάλλον το Virgin in the Garden κατέχει για μένα αυτή την τιμή) και σε πολλά σημεία ήταν απλώς φλύαρο και βαρετό. Σίγουρα δεν θα το πρότεινα σε κάποιον που δεν γνωρίζει το υπόλοιπο έργο της και μάλλον εκπλήσσομαι για το γεγονός ότι βρέθηκε στη shortlist για το φετεινό Man Booker prize.

Nobel Λογοτεχνίας 2009

•Οκτωβρίου 8, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Όπως κάθε χρόνο ήρθε η ώρα που κάποια καλά παιδιά και λίγα λιγότερα παλιόπαιδα περιμένουν πλάι στο τηλέφωνο για να μάθουν αν έχουν συμπεριληφθεί στο κλαμπ των ισχυρών της λογοτεχνίας. Υπό κάποια έννοια πάντα ένιωθα πως το συγκεκριμένο Νομπέλ είναι το πιο ‘άχρηστο’. Στην ουσία είναι το μόνο ‘θεωρητικό’ από τα υπόλοιπα βραβεία, το περισσότερο υποκειμενικό, και ταυτόχρονα – συνήθως λόγω της μεγάλης σχετικά ηλικίας των ανθρώπων που το κερδίζουν – οι χρηματικές απολαβές είτε άμεσα μέσα από το βραβείο είτε έμεσα μέσα από την αύξηση των πωλήσεων ελάχιστα βοηθούν εκείνον που το κερδίζει να συνεχίσει να γράφει. Ουσιαστικά το Νομπέλ σηματοδοτεί το τέλος, το ‘κάψιμο’, μιας καριέρας και αλίμονο σε αυτούς τους λογοτέχνες που το κερδίζουν σε μικρή – για λογοτεχνικούς χρόνους – ηλικία…

Όπως και κάθε χρόνο θα κάνω από δω τις προβλέψεις μου για φέτος. Αυτή τη φορά όμως θα είναι απλώς μια λίστα προτίμησης για ποιόν θα ήθελα να δω να το παίρνει και τίποτε παραπάνω:

  • Thomas Pynchon. Χωρίς άλλο σχόλιο…
  • Carlos Fuentes. Τον θεωρώ έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς που έχει βγάλει η κεντρική και νότια Αμερική. Έχει απόλυτα το προφίλ του νομπελίστα και απορώ πως δεν το έχει πάρει ακόμη.
  • Mario Vargas Llosa. Όμοια με τον Fuentes τον θεωρώ κλάσεις ανώτερο από τον Markes ας πούμε που το έχει ήδη πάρει…
  • Haruki Murakami. Όπως και οι τρεις παραπάνω είναι κι αυτός εκπληκτικός magical realist και έξτρα πόντοι γιατί είναι και δρομέας.
  • Margaret Atwood. Ναι, ξέρω πως έχουν ‘κενά’ τα βιβλία της, όμως πολύ θα ήθελα να το κέρδιζε.
  • Ngũgĩ wa Thiongʼo. Αν και παράξενη σαν επιλογή νομίζω πως το αξίζει 100%. Ίσως και λόγω καταγωγής να έχει και περισσότερες πιθανότητες.
  • A.S. Byatt. Μπορεί να με άφησε ‘χλιαρό’ με το τελευταίο της βιβλίο – περισσότερα γι’ αυτό άυριο – αλλά εξακολουθώ να την θεωρώ κορυφαία συγγραφέα.
  • Βασίλης Βασιλικός / Νάνος Βαλαωρίτης. Τους βάζω και τους δύο σαν μια ελληνική επιλογή (με ελάχιστες ως μηδενικές πιθανότητες).
  • Kazuο Ishiguro. Γιατί θεωρώ πως το The Unconsoled είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί τα τελευταία 30 χρόνια

Λίγη υπομονή ως τις 2 σήμερα, που θα δούμε ποιός θα είναι ο άγνωστος που θα το πάρει…

Update Και το όνομα της άγνωστης για φέτος Herta Müller… Να ευχαριστήσω την επιτροπή Νομπέλ που κάθε χρόνο μας μαθαίνει κι από έναν απίθανο συγγραφέα και πλουτίζει τις αναγνωστικές μας εμπειρίες…

Τα παλιόπαιδα των Nobel (τ’ ατίθασα).

•Οκτωβρίου 6, 2009 • 2 σχόλια

Την περασμένη χρονιά κάτω από τον τίτλο ‘Μια Υπεράσπιση της Αμερικανικής Λογοτεχνίας‘ είχα γράψει μια άποψη σχετικά με την περσινή δήλωση του Horace Engdahl, γραμματέα της Σουηδικής Ακαδημίας, που ουσιαστικά απέκλειε την αμερικανική λογοτεχνία από τα Nobel για το επόμενο χρονικό διάστημα κάποιων ετών.

Φέτος, παρατηρώντας τις λίστες των book για το Nobel λογοτεχνίας του 2009 παρατηρώ πως εξακολουθούν να παίζωνται αμερικανοί, μεταξύ των οποίων ο Pynchon (με καλά ποσοστά) μα και ο Bob Dylan. Σκεφτόμουν πως και οι δύο, καθώς εν μέρει και ο DeLillo που είναι κι αυτός στην λίστα ξεφεύγουν σχεδόν εντελώς από το αυστηρό πρόσωπο του ‘νομπελίστα’, ενός λόγιου προσώπου σοβαρού (ή σοβαροφανή) που έχει και άλλο ένα ‘αξιοπρεπές’ επάγγελμα (με κλασικό αυτό του διπλωμάτη) και που είναι γενικότερα αυτό που λέμε ‘κοσμοπολίτης’. Αντί αυτών, πρόσωπα όπως ο Pynchon κι o Dylan, είναι αυτό που θέλω να ονομάζω ‘παλιόπαιδα’.

Ρίχνωντας όμως μια ματιά στα προηγούμενα Νομπέλ παρατηρεί κανείς εύκολα πως τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα των Νομπέλ είναι ελάχιστα (απαγγελω από μνήμης):

  • Hemingway
  • Faulkner
  • O’ Neil
  • Churchill
  • Shaw
  • Gide
  • Camus
  • Fo
  • Feynman (ναι το ξέρω πως δεν είναι Νομπέλ λογοτεχνίας, απλώς δεν μπορώ να μην τον έχω σε μια λίστα με παλιόπαιδα!)

(και ω τι σύμπτωση, αυτά πολλά απ’ αυτά τα παλιόπαιδα είναι και αμερικανάκια).

Ο ‘διάλογος’ με την λογοτεχνία στον οποίο συμμετείχε καθένα από τα παραπάνω παλιόπαιδα είναι μάλλον τόσο ξεχωριστός που να μπορούσε να δώθει μια άφεση αμαρτιών από την Σουηδική Ακαδημία ‘για όλα τα υπόλοιπα’ και να τους εντάξει στην λίστα των σοβαροφανών (και ίσως ίσως βαρετών κάποιες φορές) συναδέλφων τους. Η ουσία είναι όμως πως όσο πιο παλιόπαιδο είναι κάποιος, τόσο πιο δύσκολα μπαίνει σε αυτή την ελίτ. Υπάρχει περίπτωση να βρεθεί σ’ αυτήν φέτος ο Pynchon; Δυστυχώς πολύ αμφιβάλω…

‘What I Talk About When I Talk About Running’, Haruki Murakami

•Σεπτεμβρίου 19, 2009 • 1 σχόλιο

Κυριαρχεί συνήθως μια άποψη που θέλει την εικόνα ενός συγγραφέα να είναι γενικά περιθωριακή. Ανήλιαγα δωμάτια, τσιγάρα ποτά και άλλες ουσίες που διευκολύνουν την έμπνευση, περίεργες σχέσεις με γυναίκες (ή άντρες) αμφιλεγομένων ηθών, και όλα όσα αυτά συνεπάγονται. Η ιδέα ενός συγγραφέα που είναι παντρεμένος με την ίδια γυναίκα σαράντα χρόνια, που κρατά μια υγεινή διατροφή παίρνωντας τις πρωτεϊνες του μόνο από ψάρι και που η ιδέα του για διασκέδαση είναι να τρέχει δέκα χιλιόμετρα κάθε μέρα φαντάζει κάπως περίεργη. Μέχρι τουλάχιστον να το ψάξει κανείς λίγο παραπάνω…

Αν και είναι δύσκολο να το δώσω σε κάποιον να το καταλάβει, το τρέξιμο όπως και το γράψιμο είναι δύο καθαρά μαζοχιστικές συνήθειες. Και οι δύο έχουν επίσης στενά δεμένη μέσα τους την έννοια της υπέρβασης – του εαυτού – και οι δύο έχουν στενά δεμένη μέσα τους την έννοια της μοναξιάς και οι δύο έχουν την ένοια του μακρινού στόχου που πρέπει να επιτευχθεί. Και όι δύο έχουν έναν τεράστιο ψυχικό μα και φυσικό πόνο που πρέπει να παραμεριστεί για χάρη του τελικού σκοπού.

Όποιος πιστεύει πως η σύγκριση είναι υπερβολική μάλλον δεν έχει προσπαθήσει ποτέ να γράψει ένα (μεγάλου μεγέθους) μυθιστόρημα, ή δεν έχει προσπαθήσει ποτέ σοβαρά να τρέξει δρόμους μεγάλων αποστάσεων. Μπορώ όμως να επιβεβαιώσω και για τα δύο – μια που η τύχη τα έχει φέρει να κάνω πλέον σε μόνιμη βάση και τα δύο – πως οι ενδορφίνες που αφήνονται στον οργανισμό από ένα σημείο και μετά λειτοργούν σαν ένα φυσικό ναρκωτικό που αν δεν σταματά ακριβώς τον πόνο τον μετατρέπει σε μορφές που δεν διαφέρουν πολύ από την πιο βασική ηδονή. Ναι, είναι μαζοχιστικό να είναι κανείς συγγραφέας – ειδικά στην Ελλάδα του 2009 – αλλά όλη η υπέρβαση του γραψίματος εμπνέει από ένα σημείο και έπειτα μια φυσική και πνευματική ευεξία που είναι ακριβώς ίδια με αυτή που νιώθει κανείς ύστερα από μία ώρα τρέξιμο.

Ο Haruki Murakami είναι αφοσιωμένος στο τρέξιμο όπως είναι αφοσιωμένος και στο γράψιμο. Γυμνάζεται καθημερινά τα τελευταία τριάντα χρόνια τρέχοντας κατά μέσο όρο δέκα χιλιόμετρα την μέρα, τρέχει έναν μαραθώνιο τον χρόνο, και έχει τρέξει και έναν υπερμαραθώνιο εκατό χιλιομέτρων (έντεκα ώρες συνεχόμενο τρέξιμο). Η προπόνησή του, ο ρυθμός του στο τρέξιμο, όπως και το γράψιμό του δεν είναι απλά. Είναι σύνθετα και περίπλοκα και μια μορφή της ανάλυσής τους βρίσκεται μέσα στο What I Talk About When I Talk About Running. Το βιβλίο είναι μια συλλογή από δοκίμια που με συνεκτικό τρόπο αφορούν στο τρέξιμο και το γράψιμο σαν στάσεις ζωής και που για μένα αποτελούν μια διαφορετική μορφή των Essays in Idleness του Yoshida Kenko. Στις λίγες σελίδες – δυστυχώς – του βιβλίου δεν αναδεικνύεται μόνάχα το τρέξιμο και το γράψιμο, αλλά και η μοναδική προσωπικότητα του Murakami που είναι τόσο goal oriented και self-motivated όσο σπάνια συναντά κανείς.

Υπάρχει άλλο ένα κοινό ανάμεσα στο τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων και το γράψιμο. Κανένα από τα δύο δεν είναι ανταγωνιστικά ‘σπορ’. Στους δρόμους ο ανταγωνιστής είναι μονάχα ο εαυτός σου και βασικός σκοπός δεν είναι να προσπεράσεις τον συν-δρομέα σου, αλλά να πιέσεις τον εαυτό σου, να κάνεις καλύτερο χρόνο ή μεγαλύτερη απόσταση. Ο αντίπαλος είναι η διαδρομή. Αυτήν πρέπει να νικήσεις. Στο γράψιμο κανένας άλλος συγγραφέας δεν είναι αντίπαλός σου. Αντίπαλός σου είναι η μεταφορά της σκέψης από το μυαλό στο χαρτί – που λειτουργεί συνήθως σαν σπασμένο τηλέφωνο. Ανίπαλός σου, εκτός φυσικά από τον εαυτό σου, είναι μονάχα το λευκό χαρτί που απλώνεται μπροστά σου στον δρόμο προς τον τερματισμό.

Does Humour Belong in Music? (in Writing? in Sex? in Life?)

•Σεπτεμβρίου 18, 2009 • 5 σχόλια

null

Έγραψα πριν μέρες για τον Ζάππα και θυμήθηκα το άλμπουμ/ντοκυμαντέρ του ‘Does Humour Belong in Music?’. Από τον άνθρωπο που κατ’ εξοχήν έκανε χιούμορ σε όλες τις εκφράσεις της ζωής του και που έπαιρνε μόνο την μουσική του στα σοβαρά το ερώτημα είναι ίσως ρητορικό.

Tο ακόμη προηγούμενο άρθρο ήταν για τα γενέθλια του Πύντσον ενός ανθρώπου που τα έργα σφύζουν από ζωή και από χιούμορ. Ολόκληρη η ιστορία του Gravity’s Raibow φαντάζει ένα αστείο, με αποδέκτες όχι μόνο τους ήρωες του έργου μα και τον αναγνώστη. Και το ίδιο λίγο πολύ ισχύει και για το Finnegans Wake, για το Moby Dick, για τα έργα του Faulkner, για τα έργα του Rushdie (να μην μιλήσω για το Infinite Jest του Wallace).

To χιούμορ, το αστείο (και όχι η πλάκα, αν και στην περίπτωση του Πυντσόν υπάρχουν καταστάσεις απόλυτης πλάκας) έχει μια περίεργη θέση τόσο στην μουσική, όσο και στο γράψιμο όσο και στην ίδια την ζωή. Η ‘έννοια του χιούμορ’ (sense of humour) στην ζωή είναι περίεργο πράγμα. Μαθηματικά μιλώντας το χιούμορ είναι μια καταστροφή, μια πτώση από ένα mode σκέψης σε ένα άλλο που γίνεται απότομα και χωρίς επιστροφή (ποτέ ένα αστείο δεν είναι το ίδιο με την πρώτη φορά που το άκουσες), προκαλώντας το γέλιο ή την ευχαρίστηση. Είναι ταυτόχρονα ίσως από τις πιο δύσκολες λειτουργίες της σκέψης μια που η δημιουργία του εξυπακούει πολλαπλή πρόγνωση του αποτελέσματος του σε πολλά επίπεδα (λές ένα αστείο γιατί πιστεύεις-ξέρεις πως ο άλλος θα γελάσει).

Στο γράψιμο, στην μουσική, στον έρωτα, σε όλες τις δημιουργικές εκφάνσεις του ανθρώπινου νου το χιούμορ είναι ιδιότητα ακόμη πιο δύσκολή και πολύπλοκη να την αποκτήσει και να την χειριστεί κανείς. Από εμπειρία μιλώντας είναι έυκολο να γράψει κανείς μια βαρετή ιστορία, μια μονότονη διήγηση, μα είναι εκθετικά πιο δύσκολο να πλουτίσει την ιστορία με ένα προσωπικό χιούμορ (όχι με πλάκα!) που να προκαλέσει γενικότερα το πλήθος των αναγνωστών.

Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς βγάζω το καπέλο στους καλλιτέχνες που μπορούν να χειρίζονται το χιούμορ με τέτοιο δημιουργικό τρόπο. Ίσως γι αυτούς να είναι εύκολο και αυτόματο να το κάνεις, αλλά στις μεγαλοφυίες του μεγέθους του Πύντσον, του Ζάππα, του George Best, του Rushdie όλα θα φαίνονται εύκολα.

‘The Business’, Iain Banks

•Σεπτεμβρίου 17, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Το έχω αναφέρει και άλλες φορές πως σε σπάνιες περιπτώσεις νιώθω πως ένας άντρας μπορεί να γράψει πετυχημένο μυθιστόρημα όπου ο κύριος ήρωας είναι γυναίκα (με τεράστια εξαίρεση το Crying of Lot 49). Ακόμη και σε περιπτώσεις που οι γυναίκες του βιβλίπου παίζουν ‘δευτεραγωνιστικό’ αν θέλετε ρόλο αναδεικνύονται τις περισσότερες φορές προβλήματα που έχουν σχέση με τον καθαρά αντρικό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνοται οι άντρες τα αισθήματα, τις πράξεις και τον χαρακτήρα των γυναικών του περίγυρού τους – αλλά και γενικότερα. (Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι πως πολλές γυναίκες συγγραφείς γράφουν για τις ηρωίδες τους σαν να ήταν άντρες. Από μόνο του αυτό το γεγονός είναι ένα εντυποωσιακό παράδοξο με πολλά παρακλάδια).

Ο εικοστός αιώνας όμως με την είσοδο των γυναικών στην εργασία σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, καθώς και η δυνατότητα ‘οικογενειακού πργραμματισμού’ κυρίως από το 1960 και μετά, έχει δημιουργήσει αυτόματα ένα περίεργο υβρίδιο όπου στο πλαίσιο της εργασίας της – και πολλές φορές και όχι και μόνο – μια γυναίκα λειτουργεί σαν πιο ‘άντρας από τους άντρες’ σε μια συνειδητή ή ασυνείδητη προσπάθεια να ενταχθεί στο καθαρά αντρικό λόμπυ των ανωτέρων κλιμακίων της εργασίας της.

Η ηρωίδα του The Business είναι ακριβώς ένα τέτοιο υβρίδιο και θα έλεγε κανείς πως αυτή θα ήταν μια ιδανική περίπτωση όπου ένας άντρας συγγραφέας θα μπορούσε να περιγράψει με απόλυτη ασφάλεια και επιτυχία έναν γυναικείο χαρακτήρα, χωρίς να χρειαστεί να κάνει πολλές επεκτάσεις της δικιάς του σκέψης και άποψης για τα πράγματα.

Δυστυχώς όμως ο Iain Banks κατάφερε να αποτύχει ακόμη και σε αυτόν τον απλό ρόλο αφού τελικά παρόλο το ‘build up’ η ηρωίδα του φτάνει να δράσει με έναν τρόπο που εκφράζει καθαρά μια κλισέ θεώρηση για τον γυναικείο χαρακτήρα. Η υπόλοιπη θεωρία συνωμοσίας γύρω από την οποία στήνεται το βιβλίο είναι απλώς ένα backdrop για τους ήρωες και δυστυχώς είναι τόσο μη-πιστευτή δεν μπορεί να περάσει σαν τίποτε περισσότερο από αυτό.

Τελικά παρόλο τον ‘high tech’ τίτλο του και τους σύγχρονους ήρωές του το The Business είναι απλώς ένα παραμύθι περασμένων εποχών, όπου το κορίτσι ψάχνει να βρει τον πρίγκηπά του και να τον ακολουθήσει με τους δικούς του όρους στην άκρη της γης. Μόνο και μόνο επειδή έτσι μπορούν να ζήσουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Pynchon 2.0

•Σεπτεμβρίου 14, 2009 • 1 σχόλιο

Ίσως παραήταν σκληρή/αρνητική η σκέψη μου σχετικά με το Inherent Vice, περισσότερο γιατί δεν ανέδειξε κομμάτια που είναι σημαντικά για την σκέψη του Pynchon σαν σύνολο, σαν ένα global opus που συνδέεται με οργανικό τρόπο με όλα τα΄υπόλοιπα βιβλία του.

Για μένα είναι φανερό πια πως το Inherent Vice μαζί με το Against the Day σηματοδοτούν έναν διαφορετικό Pynchon, έναν αισιόδοξο ανοικτόμυαλο Pynchon που δεν φοβάται να αλλάξει γνώμη και που πιστεύει με έναν νεο-μαρξιστικό τρόπο στην δύναμη της ομάδας. Αυτό δεν προϋπήρχε σε άλλα βιβλία του. Αυτός είναι ο Pynchon 2.0…

(Και για λίγες παραπάνω λεπτομέρειες εδώ.)