header image
 

‘England, England’, Julian Barnes

Είτε το θέλουμε είτε όχι ζούμε σε μια κοινωνία που κέντρο της είναι η έννοια της ‘αντιγραφής’. Η μαζικότητα της παραγωγής, η ευκολία της αναπαραγωγής, η ‘ίωση’ της μίμησης, έχει μετατρέψει σε πλαστές ακόμη και τις ίδιες τις ιδέες που έχουμε σαν συλλογική συνείδηση για το αυθεντικό και το κίβδηλο.

Η έννοια αυτή της σχέσης μεταξύ πλαστού και αυθεντικού με έχει απασχολήσει στο μυαλό και στα κείμενά μου και στο παρελθόν (Αντι-κείμενο, Η εποχή του πλαστογράφου, The Recognitions, Fender Stratocaster Blackie) μια που για μένα είναι ίσως το πιο έντονο χαρτακτηριστικό της ανθρώπινης πραγματικότητας σήμερα και έτσι νομίζω πως είναι μάλλον περιττό να μιλήσω γι’ αυτό παραπάνω στο πλαίσιο του βιβλίου.

Το England, England είναι μια πολυεπίπεδη ιστορία ενός αντιγράφου που καταλήγει να είναι το ‘τέλος’ του πραγματικού (με όλες τις έννοιες τις λέξεις τέλος). Περισσότερο και από ένα Πλατωνικό ανάλογο στο οποίο η επαφή μας είναι με τα κίβδηλα κατασκευάσματα των ιδεών του εδώ κόσμου, το αντίγραφο της χώρας στο βιβλίο παίρνει την θέση του αυθεντικού με ξεκάθαρο και δικαιολογημένο τρόπο.

Όμως, έχετε νιώσει ποτέ διαβάζοντας ένα βιβλίο πως ενώ η ιδέα είναι καταπληκτική το deliverance της ιδέας έπασχε σε πολλά σημεία και κατάντησε στο τέλος να είναι μια λίγο πολύ κλισαρισμένη διήγηση; Όσο και αν τεχνικά και στυλιστικά σωστό να ήτανε το England, England για μένα τελικά άφησε την γεύση της αποτυχίας στο στόμα, περισσότερο γιατί δεν μπόρεσε τελικά να κάνει και ο ίδιος ο Barnes την υπέρβαση της αυθεντικότητας.

Fender Stratocaster Blackie - Η ιστορία μιας κιθάρας

blackie

Το τέλος της δεκαετίας του 60 ήταν καθοριστικό για την ζωή του Eric Clapton. Οι Cream και οι Yardbirds ήτανε πια πίσω του οριστικά, στην πλάτη του κουβαλούσε το βαρύ φορτίο του ‘Clapton is God’, η προσωπική του ζωή ήταν διαλυμένη και ο εθισμός του στην ηρωίνη πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο. Όμως ο Clapton είχε κατάλαβει πως είχε αποκτήσει κάτι πολύ δύσκολο: φίλους. Ανθρώπους που δεν ήταν απλώς συν-παίχτες του αλλά που θα βρίσκονταν εκεί για όλα όσα θα του συνέβαιναν στο υπόλοιπο της ζωής του.

Η Blackie, ξεκίνησε σαν μια αγορά για φίλους. Το 1970 ο Clapton βρέθηκε σε ένα μαγαζί που πουλούσε μεταχειρισμένες κιθάρες στο Nashville του Tennessee και αγόρασε για τους φίλους του σε εξευτελιστικές τιμές 6 Fender Stratocaster φτιαγμένες στην δεκαετία του 1950. Ο Clapton ως εκείνη την στιγμή έπαιζε κυρίως Gibson Les Paul και η αγορά των Stratocaster έγινε με τον Steve Winwood στο μυαλό του. Από τις 6 Stratocaster δώρισε τις τρεις στον Winwood, τον Pete Townsend (που θα τον σώσει αργότερα από την ηρωίνη) και τον George Harrison και κράτησε τις άλλες τρεις για τον εαυτό του, χωρίς όμως να είναι ευχαριστημένος από καμιά τους. Σκέφτηκε τότε να στήσει μια κιθάρα διαλύοντας τις τρεις Stratocaster που απέμειναν και στήνοντας μια νέα κιθάρα με βάση τα καλύτερα στον τελικό ήχο κομμάτια τους. Αυτή ήταν η Blackie, η μόνιμη πια σύντροφος του Clapton που θα είναι μαζί του through highs and lows.

Τα αντικείμενα αποκτούν χαρακτήρα μόνο μετά από την χρήση τους και στην τελική ανάλυση ένα καινούριο αντικείμενο είναι πολύ πιο άσχημο από ένα φθαρμένο. Ο Henry David Thorough γράφει κάπου στο Walden για το πόσο χειρότερα είναι τα καινούρια ρούχα από τα παλιά που έχουν φθαρεί με τέτοιο τρόπο πάνω στο σώμα που να αποτελούν δεύτερο δέρμα του. Έτσι και η φθορά της Blackie πάνω στην καθημερινή αγκαλιά του Clapton μπορεί να ήταν μοιραία για την ίδια, ήταν όμως αναπόσπαστο κομμάτι της καριέρας του Clapton. Ο χαρακτήρας της Blackie δεν ήταν μόνο οι χαρακιές, τα καψίματα από τα τσιγάρα και η σβησμένη από το κορμί λάκα αλλά ήταν και η αντίστοιχη ωρίμανση στον ήχο του Clapton που δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς αυτήν.

Η Blackie συνταξιοδοτήθηκε – με λίγη ζωή μέσα της- οριστικά το 1991 και το 2004 πουλήθηκε σε δημοπρασία για το απίστευτο ποσό των $959.500 (τα έσοδα διατέθηκαν στο κέντρο αποτοξίνωσης που ίδρυσε ο Clapton) και όπως συμβαίνει με αυτού του είδους τις δημοπρασίες δεν πουλήθηκε το αντικείμενο μα το σύμβολο, ο χαρακτήρας.

Πριν ένα χρόνο η Fender έβγαλε στην κυκλοφορία 185 κλώνους της Blackie που αντιγράφτηκε ως την τελευταία χαρακιά, ως το τελευταίο κάψιμο από τα τσιγάρα του Clapton προσπαθώντας να αντιγράψει μαζικά όχι το αντικείμενο μα τον χαρακτήρα, το σύμβολο πίσω από την Blackie. Η αντιγραφή του συμβόλου Blackie τιμάται προς $24.000 και τα 185 αντίτυπα θα διατεθούν σε όσους προλάβουν. Κάποια πράγματα σήμερα ίσως να μην είναι ανεκτίμητα τελικά.

ΥΓ. Το κείμενο αυτό είχε γραφτεί πριν ενάμισι χρόνο, μα επειδή σχετίζεται με κάποιον τρόπο με το England, England του Julian Barnes που διαβάζω αυτή τη στιγμή είπα να το βγάλω από την ναφθαλίνη.

Birefringence and History in ‘Against the Day’

When I started the second reading of Against the Day I had planned to write something on the importance of Light in Against the Day and its apparent significance in the story and underlying meaning – if any ;) - of the book. Light, as we mentioned in the past seems to play a rather significant part as an element that seems to be undergoing the most important change in the minds of scientists of the era, and in Against the Day it seems to be a symbol of the shape of the things to come under the series of revolutions that followed in politics, art and science. However, half way through reading the book I was struck by the rather profane and rather specific use of light in Against the Day in the phenomenon of birefringence (double refraction) and I somehow decided to abandon temporarily the first project and focus on ‘splitting’ in Against the Day. These thoughts mentioned here are by no means complete and aim only to focus on my ideas on the significance of this in Against the Day.

Against the Day for me is mainly a novel about history, the nature of history and its implications on human life. As I had written in the first review I wrote about Against the Day last year Pynchon is following a rather neo-Marxist approach on the significance of the actions of the individual which seem to play little – if any – role in the course of history. Under this specific ‘conclusion’ where does ‘splitting’, bi-location, birefringence etc come in?

One of the first lessons that I learned when I started studying History of Science back in 1990 was that ‘there are no “ifs” in History’. History is the result of a specific chain of events that have led to the present and the immense amount of degrees of freedom involved make any ‘ifs’ part of the most obscure and non-falsifiable speculation and certainly not part of the science of history. Yet, the beauty of the ‘forking paths’ and their effect on things to come seem to be attracting so much attention that are a rather indispensable part of almost any historic novel.

Under this perspective Against the Day is a novel about multiple realities and histories as a result of all the possibilities that arise when choices are there to be made:

‘Multiple Worlds,” blurted Nigel, who had floated in from elsewhere.
‘Precisely!’ cried the Professor. ‘The Ripper’s “Whitechapel” was a sort of momentary antechamber in space-time… one might imagine a giant railway depot, with thousands of gates disposed radially in all dimensions, leading to tracks of departure to all manner of alternative Hiostories…’

Page 682

and again in page 746:

Reef turned and went glaring away, shoulders hunched, up onto the Ponte degli Scalzi, soon absorbed into a mobility of hundreds of separate futures whose destiny could not be told in any but a statistical way. And that was that.

So, birefringence symbolizes in this respect the basic splitting process of the alternate realities and histories as followed by the ordinary and extraordinary ray in this double refraction that eventually leads to all ‘statistically discussed’ possibilities (something which was also mentioned in Vineland).
However, there is more than meets the eye here, as Pynchon does not simply leave the Universe in the chaos of the infinite histories. Pynchon somehow seems to believe in an order in this chaos, under the general idea of ‘strange attractors’ as events to which history eventually converges no matter what the individual choices of the splitting are.

‘it may be,’ Cyprian said as gently as he thought he had to, ‘that God does not always require us to wander about. It may be that sometimes there is a – would you say a “convergence” to a kind of stillness, not merely in space but in Time as well?’

Page 958

And this convergence in a sense works in accord with the rather bleak – at first sight at least – idea that individuals choices play no role in the evolution of History, but History proceeds with its own statistical laws that lead to specific centers of convergence, in space and time as well. The optimistic psyche in Pynchon raises the theory that this is a convergence to the best of things, to a world in which

…any wish that can be made is at least addressed, if not always granted.

Page 1085

Against the Day, a novel about the turbulent ‘paradigm shift’ days at the turn of the 19th century is a novel about forking paths and a novel about the world, or what the world would have been should an adjustment or two were made back then. That’s exactly why the reader must decide and beware.

No 2

Αν και η Τυχαία Εισοδος δεν έχει βρει τον δρόμο της ακόμη, εδώ και κάποιο καιρό σκέφτομαι πολύ έντονα την συνέχεια και κάνω πλάνα επί μπλε χάρτου για ένα δέυτερο βιβλίο που σκοπός είναι να γραφτεί ως το φθινόπωρο (το πρώτο ντραφτ του τουλάχιστον). Στο πλαίσιο αυτό, και για πρώτη φορά ίσως αισθάνομαι να με κατακλύζουν σκέψεις που αφορούν στην ‘μετα-λογοτεχνία’ και στην κάθαρση του γραψίματος σε συνδυασμό με όλες τις υπόλοιπες συνθήκες της ζωής μου. Θα ήθελα πραγματικά να σημείωνα εδώ αυτές τις σκέψεις μα φοβάμαι πως είναι τόσο σπασμωδικές και τόσο λίγο συνεπείς μεταξύ τους που δεν γνωρίζω καν τι ανάγνωση θα έκαναν. Το σίγουρο είναι πως νιώθω τελικά πως δεν έχω ξεκαθαρισμένη άποψη για να μπορέσω να την υποστηρίξω με κάποιο τρόπο. Απλώς σκέφτομαι…

…και χτες είχα την τύχη να πέσω πάνω στην παρακάτω συνάντηση μεταξύ του George Simenon και του Ian Fleming που ίσως να έριξε περισσσότερο λάδι στην φωτιά της ασυνέπειας των σκέψεων μου από ότι έπρεπε. Έχει κάποια εξαιρετικά κομμάτια αυτό το άρθρο μα θα αναφέρω μονάχα το τέλος του όπου αναφέρεται ότι:

From Simenon: ‘I wouldn’t let my sons be writers if I could help it. It’s better to go into banking or insurance. But, if you MUST write . . . write. But keep away from literary circles, where people only TALK books, but seldom WRITE them.’

Το θέμα είναι πως ακόμη και έτσι δεν μπορώ να αποφασίσω αν έχει μια μεγάλη δόση υπερβολής η παραπάνω παράγραφος.

6/10 του Δευτερολέπτου

Κάποια χρονικά διαστήματα γεμίζουν από τις πράξεις που τα προσδιορίζουν και κάποια από την κενότητα του διαστήματος και των γεγονότων. Όμως, σαν να είναι μια ανθρώπινη επέκταση της αρχής της αβεβαιότητας στο ενδιάμεσο του ‘κενού’ δημιουργούνται ζεύγη καταστάσεων και αντι-καταστάσεων που τελικά εξαυλώνονται αφήνωντας όμως το τελικό σημάδι σε όλους του παρόντες.

Εξι δέκατα του δευτερολέπτου χωρίζουν τις δυο φωτογραφίες. Έξι δέκατα στα οποία ο χρόνος διογκώθηκε τόσο ώστε να συμπεριλάβει όλες τις εξαυλώσεις που συνέβησαν σε κείνο το χρονικό διάστημα με τρόπο που δεν μπορεί να εξηγηθεί με την απλή καταγραφη των γεγονότων.

Γιατί μπορεί αυτά τα έξι δευτερόλεπτα να ξεχώρισαν και να σύνδεσαν μαζί την ζωή και το θάνατο, την ελευθερία και την σκλαβιά, την περηφάνεια και την ντροπή που εξαυλώθηκαν χωρίς να αφήσουν ίχνη μα άφησαν τα σημάδια της αποτυχίας και της επιτυχίας στις ζωές δύο ανθρώπων με έναν μοιραίο και απόλυτο τρόπο που δεν επιδέχεται εξήγηση. Η δεύτερη φωτογραφία του Robert Jackson βραβευμένη με το βραβείο Pulitzer είναι ίσως η πιο διάσημη φωτογραφία όλων των εποχών, ενώ η πρώτη του Jack Beers, παρμένη μόλις έξι δέκατα του δευτερολέπτου νωρίτερα είναι η πιο άσημη και ξεχασμένη ανάμνηση περιγράφωντας κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί.

O Jack Beers ήξερε that he had his chance and lost it. Την έχασε με τον αδυσώπητο τρόπο με τον οποίο λειτορυγεί μερικές φορές η τύχη, που δεν σε αφήνει να κατηγορήσεις κανέναν, ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό γι αυτό που συνέβη. Τα πράγματα έγιναν έτσι όπως έγιναν… τελεία και πάυλα. Μπορεί η ζωή να τρέχει προς τα μπρος και να μπορείς να την αντιληφθείς μόνο προς τα πίσω, αλλά για τον Beers αυτό το ‘προς τα πίσω’ δεν θα έκλεινε μέσα του τίποτε που θα μπορούσε να κατανοήσει. Πόσες φορές χωράνει τα 6/10 του δευτερολέπτου μέσα στα επόμενα δώδεκα χρόνια ζωής του Beers;

Μπορεί να ακούγεται περίεργη σαν μονάδα χρόνου μα όπως το ένα δευτερόλεπτο είναι 9 192 631 770 περίοδοι μετάπτωσης μεταξύ δύο καταστάσεων του Cs 133, to 1 beers, ισοδύναμο με τα 6/10 του δευτερολέπτου θα μπορούσε να οριστεί σαν το ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στην τύχη και την ατυχία.

‘A Dead Man in Deptford’, Anthony Burgess

Συμβαίνει κάτι το εντυπωσιακό με τον Christopher Marlowe. Παρόλο που σκοτώθηκε / δολοφονήθηκε νωρίς, παρόλο που παρήγαγε μόλις έξι θεατρικά έργα και - κυρίως - παρόλο που ήταν σύγχρονος με το ‘θαύμα της φύσης’ William Shakespeare κατάφερε να διατηρεί σχεδόν άσβεστη την φήμη του τετρακόσια χρόνια μετά, πράγμα τουλάχιστον εντυπωσιακό. Ίσως γι’ αυτό το λόγο να υπάρχει και η θεωρία πως στην πραγματικότητα ο ίδιος σκηνοθέτησε την δολοφονία του και επανήλθε στο προσκήνιο με διαφορετικό όνομα, αυτό του William Shakespeare. Η αλήθεια της εικασίας αυτής δεν με αφορά στ’ αλήθεια, και τα ελισσαβετιανά χρόνια είναι τόσο καλά βυθισμένα στο σκοτάδι της ιστορίας που είναι μάλλον δύσκολο να ξεχωρίσεις το μύθο και τον ρομαντισμό από την πραγματικότητα, μα μόνο και μόνο η ύπαρξη του μύθου μαρτυρά το πόσο ξεχωριστός φαίνεται να είναι ο Marlowe μπροστά στην πλειάδα των υπόλοιπων ελισσαβετιανών δραματουργών.

Το τελευταίο - εν ζωή - βιβλίο του Anthony Burgess αφορά στην ζωή και το θάνατο του Marlowe περασμένα από την πολύ ιδιότυπη πένα και σκέψη του Burgess. Τούτη ήταν η δεύτερη φορά ποθ διαβάζω το A Dead Man in Deptford μια που το βιβλίο δεν είναι απλώς δύσκολο γλωσσικά, μα και προϋποθέτει πάρα πολλά πράγματα. Δεν είναι ένα βιβλίο που το διαβάζεις για να μάθεις για τον Marlowe, την ελισσαβετιανή εποχή και τους σύγχρονούς του, μα το διαβάζεις αφού γνωρίσεις τον Marlowe, αφού ανατρέξεις στα έργα του Thomas Kyd, αφού καταλάβεις την μπερδεμένη θρησκευτικά και πολιτικά κατάσταση στην Αγγλία της εποχής. Και αφού κάνεις όλη αυτήν την προεργασία, θα δεις στο A Dead Man in Deptford τις λεπτομέρειες που τελικά βγάζουν την ανθρώπινη ζωή από τα ξερά κιτάπια της ιστορίας.

Ο Burgess εκτός από τις λεπτομέρειες, στέκεται στις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του Marlowe στηρίζοντας την πνευματική του παραγωγή πάνω σε αυτές. Δεν είμαι σίγουρος αν και κατά πόσο αυτό μπορεί να ισχύει μα υπο μια έννοια με το A Dead Man in Deptford ο μανιώδης καπνιστής Burgess έγραψε ταυτόχρονα και έναν παράλληλο ύμνο για την διαστροφή του καπνίσματος.

Το γεγονός είναι πως μετά από δύο αναγνώσεις το βιβλίο παραμένει ακόμη ανοικτό για μένα. Με την σειρά του είναι κι αυτό εντυπωσιακό μα και ταιριαστό στο αίνιγμα που λέγεται Christopher Marlowe. Ή μήπως William Shakespeare;

My Mind is Going - Arthur C. Clarke 1919-2008

‘One Fat Englishman’, Kingsley Amis

Θυμάστε το παλιό τραγούδι του Sting Enlishman In New York? Θα μπορούσε να αποτελεί το ιδανικό soundtrack για την ανάγνωση του One Fat Enlishman, μια που το βιβλίο ασχολείται με τα κατορθώματα και τις γκάφες ενός legal alien, ενός Εγγλέζου στην Αμερική στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 60.

Μπορεί σήμερα να έχουν αλλάξει πολλά πράγματα και η ευρεία έννοια της παγκοσμιοποίησης να έχει ισοπεδώσει τον ‘Εγγλάζο’ προς το προφίλ του Αμερικανού, μα εξακολουθούν να υπάρχουν έμφυτες και ‘γονιδιακές’ διαφορές σε αυτούς τους δύο λαούς που εκφράζουν με τις ίδιες περίπου λέξεις διαφορετικά πράγματα. Όπως λέει και ο Kingsley Amis:

“…It’s as if Americans regarded having an activity as an activity whereas Englishmen regard it as a state, a condition. I connect this with the frequent American preference for this where British usage would favour that - who is this? on the telephone for instance as opposed to who is that? Thus where an American typically says I do this, showing concern with an activity related to an object that is immediately present, an Englishman typically says I have that, showing concern with a condition that need be done of his making and is related to an object that may be at a distance and in the past. Americans pursue the dollar; the British had an empire. Fascinating to see the underlying assumptions and goals of a culture laid bare in its idiom. Fascinating, but not surprising. Language is before anything else the great social instrument.”

Ακριβώς! Fascinating, but not surprising… Το One Fat Englishman, εκφράζει κάποιες από αυτές τις διαφορές με έντονα στερεοτυπικό και χιουμοριστικό τρόπο και το όλο δέσιμο του βιβλίου είναι αδύνατο να μην αφήσει στο τέλος τον αναγνώστη με ένα ελαφρύ χαμόγελο.

Πάνω από όλα όμως το One Fat Englishman για μένα έθεσε σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο το - καλύτερο - βιβλίο του Martin Amis - γιού του Kingslay Amis - Money. Έγραφα πριν δυο χρόνια πως το Money είναι ένα ‘βιβλίο του εαυτού’ μα τελικά είναι ένα ξαναγράψιμο του One Fat Englishman από τα μάτια του Martin Amis προς αναζήτηση του πατέρα του. Και το One Fat Englishman ήταν ικανό να το κατεβάσει από το ράφι για να το ξαναδιαβάσω.

‘The Quincunx’, Charles Palliser

Θυμάστε κάποιες ‘σειρές εποχής’ του BBC με τις οποίες ήτανε γεμάτη η ελληνική τηλεόραση κατά την δεκαετία του 80; Έχω την εντύπωση πως η γενιά μας είχε την μοναδική ‘ευκαιρία’ να γνωρίσει την βικτωριανή αγγλία με τις ίδιες λεπτομέρειες με τις οποίες η σημερινή γνωρίζει την οικογενιακή ζωή των Κούγια-Βατίδου.

Υπάρχουν κάποια πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στο βικτωριανό μυθιστόρημα που έχουν σχέση με τον τρόπο με τον οποίο πλάθονται οι χαρακτήρες, στον τρόπο με τον οποίο εκελίσσεται - και ανατρέπεται η πλοκή - καθώς και στο ηθογραφικό/ηθοπλαστικό υπόβαθρο της κάθε ιστορίας. O Palliser σαν άλλος Menard προσπαθεί στα τέλη του 20ου αιώνα να γράψει με το The Quincunx ένα βικτωριανό μυθιστόρημα προσπαθώντας να διατηρήσει σε όλα του τα χαρακτηριστικά του βικτωριανού μυθιστορήματος μα προσθέτωντας πολυεπίπεδα χαρακτηριστικά ενός μυθιστορήματος του 20ου.

Όμως, η κοινωνική περιγραφή των χαμηλών τάξεων όταν γίνεται από τον Dickens με αποδέκτες τις υψηλές τάξεις - και κυρίως γυναίκες, μια που πρόκειται για το κύριο αναγνωστικό κοινό ενός βικτωριανού μυιστορήματος - έχει σαν στόχο την αφύπνιση για θέματα και καταστάσεις που υπό άλλες συνθήκες θα αγνοούνταν εντελώς - και που οδήγησε σιγά σιγά σε μια σειρά από φιλανθρωπικές (γυναικείες συνήθως) προσπάθειες προσφοράς. Η συνεχόμενη αναφορά της ζωής των χαμηλών τάξεων από τον Palliser φτάνει να γίνει κουραστική και ίσως ίσως να έχει ακόμη και το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό του Dickens. Όταν η πλοκή του βικτωριανού μυθιστορήματος ανατρέπεται από ‘την εμφάνιση ενός ξεχασμένου θείου’ συγχωρείται το τυχαίο και το αναπάντεχο χωρίς δεύτερη σκέψη. Όταν όμως στο Quincunx οι ανατροπές στην πλοκή είναι συνεχόμενες, 100% προβλεπόμενες και στο τέλος συνηθισμένες τότε κάποια πράγματα δεν συγχωρούνται. Τέλος οι περιγραφές των προσώπων και των χαρακτήρων από την George Eliot π.χ. είναι τέτοιες που σε αναγκάζουν στο τέλος να θεωρείς πως γνωρίζεις πραγματικά τα πρόσωπα στην καθημερινή σου ζωή - και εκεί ίσως να οφείλεται η επιτυχία των σειρών εποχής του BBC - ενώ στο Quincunx, ύστερα από 1200 ολόκληρες σελίδες κειμένου αντιλαμβάνεσαι πως όλα σχεδόν τα πρόσωπα ήταν χάρτινες φιγούρες χωρίς ουσία και ανάλυση. Το χειρότερο είναι δυστυχώς πως ακόμη και στο μεταμοντέρνο πολυεπίπεδο κομμάτι γραφής ο Palliser φάνηκε να μην ήταν αρκετά θαρραλέος ώστε να στεφθεί τελικά με επιτυχία.

Σε συμπέρασμα, αν και δεν ήταν 1200 σελίδες που ‘πέταξα’ εντελώς, θα προτιμούσα να διάβαζα 1200 σελίδες ορίτζιναλ Dickens ή George Eliot παρά την απομίμηση του Quincunx.

‘Seven Pillars of Wisdom’, T.E. Lawrence

Υπάρχει κάτι που τραβάει τους ανθρώπους στον πόλεμο. Η αίσθηση και η ανατριχίλα στην αδρεναλίνη της μάχης φαίνεται να δρουν σαν γάντι πάνω στα γονίδιά μας. Ο άνθρωπος σαν ον πάνω στον πλανήτη δεν είναι άνθρωπος-σοφός μα άνθρωπος-μαχητής. Ένα ον που χρειάστηκε να παλέψει με σημεία και τέρατα (και πάνω από όλα ίσως με τον φόβο του τον ίδιο) για να είναι ο τελικός κυρίαρχος του πλανήτη.

Φορές φορές, ένας πνευματικός άνθρωπος αισθάνεται τόσο απελπισμένος από την βαρετή ζωή του χαρτοπόντικα, που σβήνει τα πάντα για ένα μπαρουτοκάπνισμα. Είτε αυτό εκδηλώνεται σαν μια κόντρα στην βούτα, είτε σαν μια οργή για τους γύρω του συνανθρώπους.

Στην περίπτωση του T.E. Lawrence (της Αραβίας) – αλλά και του Wittegnstein - ο πόλεμος ήταν συνυφασμένος με την ίδια του την ύπαρξη. Η μάχη δεν μπορεί να ξεχωριστεί από την προσωπικότητά του και το Seven Pillars of Wisdom είναι ένα μικρό ευαγγέλιο για μια σοφία, μια επιμονή και μια αυταπάρνηση που μόνο ένας τρελός εγγλέζος με ψυχολογικά προβλήματα θα μπορούσε να αντέξει.

Το βιβλίο πέρασε από τρεις εγγραφές, ένα χαμένο χειρόγραφο στον σταθμό του Reading, μια ιδιωτική εκτύπωση, ένα κατακρεούργημα ως εντυπωσιακή ταινία (that gives the wrong picture) και μια ανώμαλη προσγείωση για το κατά πόσο εμπλέκονται τα γεγονότα με την φαντασία του παρανοϊκού Lawrence.

Για μένα είναι απλώς το βιβλίο που χαρίζω σε ανθρώπους που χρειάζονται να είναι μαχητές.