Cricket

•Ιουλίου 10, 2009 • 2 σχόλια

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια του Against the Day του Pynchon αφορά έναν αγώνα cricket μεταξύ της Αγγλίας και της Αυστραλίας. Σε ένα εξαιρετικό κείμενο ο Peter Vernon αναφέρεται στην χρήση αυτή του παιχνιδιού μέσα στο βιβλίο σαν μια μεταφορά, τόσο για το παιχνίδι σαν το απόλυτο ‘αυτοκρατορικό’ σύμβολο όσο και σαν ένα παιχνίδι γεμάτο με ισορροπίες και συμμετρίες.

Φανταστείτε λοιπόν ένα ηλιόλουστο πρωινό, σε ένα καταπράσινο γήπεδο, με λίγο (σχετικά) κόσμο καθισμένο σε αναπαυτικές ξαπλώστρες γύρω από τον χώρο του παιχνιδιού, να πίνει αναψυκτικά, μπύρα και παγωμένο τσάι, να συζητάει και – κυρίως – να παρακολουθεί 22 άντρες ντυμένους άψογα με λευκές στολές να παίζουν για πέντε ημέρες ένα παιχνίδι με άπειρους κανόνες και με συνεχείς διακοπές μέσα στην ημέρα (για τσάι και φαγητό).

Αν το συγκρίνει κανείς με την ένταση ενός παιχνιδιού μπάσκετ π.χ. όπου μέσα σε δύο ώρες έχουν συμβεί τα πάντα και το παιχνίδι σχεδόν 9 φορές στις 10 κρίνεται στο τελευταίο δίλεπτο σπάζωντας την καρδία των θεατών, τότε αμέσως αμέσως θα βάλει στο cricket την εττικέτα του πιο βαρετού παιχνιδιού ever και ταυτόχρονα θα έχει διαπράξει μια από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις στην φιλοσοφία του αθλητισμού.

Βλέπετε μπορεί το cricket να είναι αυτό το αργό σπορ των πέντε ημερών, όμως η ουσία του βρίσκεται αλλού. Κατ’ αρχάς στο ότι ένας gentleman μπορεί να διαθέσει πέντε ημέρες για να ξεκουραστεί στον ήλιο βλέπωντας αυτό το άθλημα και κατά δεύτερο πως – λόγω του έντονου χαρακτήρα στρατηγικής που έχει το παιχνίδι – είναι ένα παιχνίδι για ανθρώπους που ξέρουν να ηγούνται και που μπορούν να ξεχωρίσουν πίσω από τους δεκάδες κανόνες του παιχνιδιού την σωστή διαδρομή που θα τους φέρει στην νίκη. Ήταν ένα παιχνίδι για ανθρώπους με σκέψη, όραμα και χρόνο. Ένα παιχνίδι για τον Εγγλέζο gentleman που στον δέκατο ένατο αιώνα και στις αρχές του εικοστού τα είχε όλα αυτά στον μέγιστο βαθμό.

Ώσπου ξεκίνησε να παιζει σοβαρά κρίκετ και η Αυστραλία (και κατόπιν και το Πακιστάν)… και κεί τα πράγματα άλλαξαν. Βλέπετε, ο σημερινός Εγγλέζος του γρήγορου ρυθμού της έντονης δουλειάς, και του μικρού attention span έχασε – μαζί με την ροζ αυτοκρατορία του – και όλη την αίσθηση και φιλοσοφία του παιχνιδιού.

Αυτή την εβδομάδα ξεκίνησε στην Αγγλία η πιο σημαντική για το άθλημα διοργάνωση με τίτλο Στάχτες (The Ashes) – συμβολίζωντας τον θάνατο του αγγλικού κρίκετ όταν η Αγγλία έχασε για πρώτη φορά στην έδρα της (το Γήπεδο των Λόρδων) από την Αυστραλία το 1882 – όπου διαγωνίζονται σε πέντε παιχνίδια μέσα στο καλοκαίρι η Αγγλία με την Αυστραλία, και όπως φάνηκε από τις δύο μέρες παιχνιδιού ως τώρα η Αγγλία θα είναι (πάλι) πίσω απ’ την Αυστραλία.

Σκεφτείτε όμως την διορατικότητα και την αγωνία του βικτωριανού εγγλέζου, που στα 1882, αντιλήφθηκε πως το να χάνεις σε ένα παιχνίδι μέσα στην έδρα σου από τις δικές σου αποικίες δεν είναι ζήτημα απλό. Αφορούσε και αφορά στον τρόπο με τον οποίο ελέγχεις και κυβερνάς την αυτοκρατορία σου και με την ίδια στρατηγική που οργανώνεις – ή χάνεις – έναν πενθήμερο αγώνα θα πρέπει να αγωνιστείς για να κρατήσεις δεμένη την αυτοκρατορία σου. Το μικρό βαζάκι με τις στάχτες τελικά δεν συμβολίζει μονάχα τον θάνατο του αγγλικού κρίκετ, μα τον θάνατο τόσο της Βρετανικής αυτοκρατορίας και του συγκεκριμένου – στρατηγικού – τρόπου ζωής.

‘Gravity’s Rainbow’, Thomas Pynchon

•Ιουλίου 7, 2009 • 9 σχόλια

Το Gravity’s Rainbow μπήκε στην ζωή μου τον Μάιο του 1994. Είχα μόλις τελειώσει το διδακτορικό μου, είχα μόλις αποφασίσει να ακολουθήσω ακαδημαϊκή καριέρα και στα εικοσιτέσσερά μου χρόνια είχα τον κόσμο ολόκληρο μπροστά μου.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα και περισσότερες από δέκα αναγνώσεις μετά, τα πράγματα στην ζωή μου είναι εντελώς διαφορετικά. Δεν έχω ακαδημαϊκή καριέρα, δεν ζω στο Λονδίνο όπως τότε, δεν ασχολούμαι με το διδακτορικό μου, γράφω πολύ περισσότερο από τότε μα διαβάζω λιγότερο – αλλά ευτυχώς ακόμη πιστεύω πως ο κόσμος βρίσκεται μπροστά μου. Κι ο αλλαγμένος μου κόσμος σε σχέση με τότε έχει πολλά να κάνει με την πρώτη εκείνη ανάγνωση του Gravity’s Rainbow που σηματοδότησε αλλαγές τόσο στην σκέψη μου και την άποψή μου για τον κόσμο, μα και ουσιαστικά διέλυσε με απόλυτο τρόπο την άποψή μου για το μηχανιστικό σύμπαν της ζωής μου μα και για τις υπόλοιπες αναγνώσεις μου. Από εκείνο το σημείο και μετά, όλα τα βιβλία που θα διάβαζα, και όλα τα βιβλία που είχα διαβάσει στο παρελθόν έπεφταν θύματα της σύγκρισης με αυτό το ‘τερατόμορφο αριστούργημα’.

Ομολογώ όμως το λάθος μου: στις πρώτες μου αναγνώσεις το μεγαλύτερο ερώτημα που είχα στην πορεία της ανάγνωσης ήταν να αποκρυπτογραφήσω κομμάτια του βιβλίου με βάση την ζωή του Pynchon. Αλλά πώς να το κάνεις αυτό για έναν συγγραφέα για τον οποίο δεν υπάρχουν δημοσιευμένα στοιχεία; Με λύπη και μετάνοια ομολογώ πως για ένα διάστημα δύο-τριών χρόνων έπεσα θύμα της πιο νετετεκτιβικής περιόδου της ζωής μου, όπου με την αρωγή της pynchon-l σαν ήρωας του 2666 του Bolano έψαχνα και γω τον δικό μου Archimboldi – με χαμηλότερο σημείο αισχύνης το interlibrary loan που έκανα κάποτε για το Judy Collins Songbook (don’t ask…). Μπορεί όλη αυτή η έρευνα τελικά να απέδωσε κάποια πράγματα που αφορούσαν περισσότερο στον παραλληλισμό τμημάτων της ιστορίας του Gravity’s Rainbow με τον θάνατο του στενού φίλου του Pynchon Richard Farina, μα ουσιαστικά δεν μπόρεσαν να προσφέρουν τίποτε άλλο. Έτσι αντιλήφθηκα πως η στάση απουσίας από την δημοσιότητα που διατηρεί ο Pynchon πεισματικά, ίσως θα έπρεπε να είναι και η ιδανική στάση που θα έπρεπε να κρατάει ένας συγγραφέας. Η ουσία είναι πως τελικά ο Pynchon μιλά σε αυτόν τον κόσμο μέσα από το έργο του, μέσα από τις σελίδες του Gravity’s Rainbow, του Against the Day και των υπολοίπων βιβλίων, μιλάει για θέματα που αγγίζουν την ψυχή και την υπόσταση του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου χωρίς να χρειάζεται να αποδομήσει κανείς την επιρροή από την δικιά του ζωή σε συνδυασμό με την δικιά του φαντασία.

Όμως σιγά σιγά αντιλήφθηκα και πως το έργο του Pynchon δεν είναι μονάχα το Gravity’s Rainbow. Είναι σημαντικό να αντιμετωπίσει κανείς όλα του τα έργα σαν ψηφίδες ενός global magnum opus καθαρά πολιτικών και επαναστατικών βιβλίων, όπου το καθένα έχει την δικιά του θέση στην δυτική/αμερικάνικη ιστορία. Ο Pynchon με όλα του τα έργα ως τώρα έχει καλύψει όλα τα 200 τόσα χρόνια της ταραγμένης αμερικανικής ιστορίας χωρίς να αφήσει κενά μα και δίνοντας ψήγματα υποθέσεων για το μέλλον. Όπως αποδείχτηκε τελικά κλειδί για την αποκρυπτογράφηση του συνόλου δεν ήταν το Gravity’s Rainbow μα το Against the Day, και διαβάζοντας το Gravity’s Rainbow μετά από δύο αναγνώσεις του Against the Day ορίζεται αυτόματα η ανάγνωση του υπό μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, και δεκα-τόσες αναγνώσεις αργότερα αποφάσισα πριν ένα μήνα να ξαναδιαβάσω το Gravity’s Rainbow, υπό το πρίσμα τόσο των αλλαγών στον εαυτό μου όσο και των αλλαγών στην άποψή μου που μου πρόσφεραν τα άλλα βιβλία του Pynchon. Ένας συνάδελφος Πυντσονολάγνος με ρώτησε πριν λίγες μέρες πώς και το ξαναδιαβάζω και του απάντησα χωρίς πολύ σκέψη πως απλώς χρειαζόμουν έναν φίλο. Το Gravity’s Rainbow για μένα σήμερα δεν είναι άλλο από ένας στενός φίλος που μεγάλωσε μαζί μου, που άλλαξε μαζί μου, που μαζί του πέρασα όμορφες μα και άσχημες στιγμές, που μαζί του διέσχισα βουνά και θάλασσες, που μαζί του – και χάρις σ’ αυτό – ξεχώρισα πολλές φορές την ήρα από το στάρι.

(Το κείμενο γράφτηκε σαν guest blog post για εδώ.)

50 χρόνια Time Out

•Ιουνίου 24, 2009 • 4 σχόλια

Το 1959 είναι ένας χρόνος ορόσημο για την μουσική jazz. Μέσα στην ίδια χρονιά ηχογραφούνται τρία από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία της jazz: το Kind of Blue του Miles Davies, το Time Out του Dave Brubeck Quartet και το The Shape of the Jazz to Come του Ornette Coleman, το καθένα από τα οποία έχει την δικιά του απόκλιση από την κλασική jazz των προηγούμενων δύο – τριών δεκαετιών. Την ίδια χρονιά ο Charles Mingus ηχογραφεί το μοναδικό Mingus Ah Um, και ο – δικός μου αγαπημένος – Sonny Rollins νιώθει να φτάνει σε ένα τέλος με την μουσική του ως εκείνη την στιγμή, ζεί την ‘Bethoven’s pause’ του που θα οδηγήσει στο The Bridge δύο χρόνια αργότερα. Είναι όμως και η χρονιά που απολύεται ο Ελβις από το στρατό μα και που ουσιαστικά δημιουργούνται οι Beatles – και αν ρωτήσει κανείς τι δουλειά έχουν ο Έλβις και οι Beatles στην jazz, η άποψή μου είναι πως δούλεψαν και οι δυό με τον τρόπο τους στην ‘εξέλιξη’ της δημοτικότητας της.

Από τα παραπάνω τρία άλμπουμ επιλέγω σήμερα να μιλήσω για το Time Out για λόγους καθαρά προσωπικούς. Η καινοτομία του Kind of Blue βρισκόταν στην πρωτοφανή γενικά συρραφή από ηχητικά modules που αποτελούν ημιαυτόματες αυτοσχεδιαστικές ενότητες που συνδέονται σχετικά χαλαρά για να συνθέσουν το σύνολο του κομματιού. Η καινοτομία του The Shape of the Jazz to Come, αφορούσε καθαρά την χρήση – η μάλλον την απουσία – κλιμάκων στα τμήματα της μελωδίας και του αυτοσχεδιασμού. Το Time Out όμως αφορούσε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό για την έννοια την μουσικής: τον χρόνο.

Μπορεί εδώ να θεωρητικολογώ για την μουσική μα οι γνώσεις μου είναι ελάχιστες και περιορίζονται σε λιγότερα ακόρντα από όσα χρησιμοποιούν οι Status Quo στα τραγούδια τους, όμως για μένα η μουσική εκφράζει την έννοια του φυσικού χρόνου με έναν τρόπο που τίποτε άλλο στην φύση και στον άνθρωπο δεν μπορεί να εκφράσει. Οί εσωτερικοί ρυθμοί του ανθρώπου, της ροής των γεγονότων δίπλα του μα και της γενικότερης έννοιας του περάσματος του χρόνου κλείνονται σε μια μελωδία με τρόπο που φαντάζει εξαιρετικά φυσιολογικός. Και αν και δεν έχω στοιχεία γι’ αυτό δεν θα με παραξένευε αν η ίδια η εφευρεση της μουσικής από τις πρωτόγονες ανθρώπινες κοινότητες δεν είχε τελικά σχέση με την μέτρηση του χρόνου σε τμήματα που δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν γι’ αυτό φυσικά φαινόμενα.

Το ριζοσπαστικό με την μέτρηση αυτή του χρόνου στο Time Out είναι η χρήση μέτρων όπως τα 5/4 και τα 9/8 τα οποία είναι κάθε άλλο από ‘ανθρωπίνως φυσικά’. Όπως στην γεωμετρία μπορεί κανείς εύκολα να φτιάξει με κανόνα και διαβήτη ένα τετράγωνο ή ένα εξάγωνο, όμως τα πράγματα δυσκολεύουν αν προσπαθεί κανείς να φτιάξει ένα πεντάγωνο ή ένα επτάγωνο, έτσι και το μέτρο 4/4, το μοίρασμα της χρονικής ενότητας σε 4 κομμάτια, είναι σχετικά εύκολο, ενώ το μοίρασμα σε πέντε κομμάτια είναι εντελώς αφύσικο. Οι άνθρωποι ξέρουν να χορεύουν σχεδόν αυτόματα στο 4/4, μα στα 5/4 αντιλαμβάνονται αυτόματα πως κάτι λάθος συμβαίνει και αποσυγχρονίζονται – ίσως γι αυτό το λόγο και το ζεϊμπέκικο που είναι χορός των 9/8 δεν έχει ‘βήματα’.

Στο Time Out, (αλλά και στα δύο σχετικά άλμπουμ που θα ακολουθήσουν Time Further Out και Time in) o χρόνος μεταβάλλεται με τρόπους που για μένα τον αδαή της μουσικής φαντάζουν απίστευτοι σχεδόν και το τόσο καλά δεμένο σύνολο με αφήνει έκπληκτο με τις μουσικές ιδιουφυίες του Dave Brubeck Quartet. Το πιο γνωστό κομμάτι του άλμπουμ το Take Five, προορίζονταν για σόλο του ντράμερ Joe Morello αλλά τελικά έφτασε να αποτελεί σημαία του ίδιου του Dave Brubeck Quartet, σαν έγινε το πρώτο jazz single που πούλησε 1.000.000 αντίτυπα το 1962 (και ύστερα ήλθαν οι Beatles…)

Ακούγωντας προσεκτικά τα κομμάτια του άλμπουμ νιώθω δεκάδες φορές να επιταχύνεται και να επιβραδύνεται η αίσθηση του χρόνου αφήνωντάς με τελικά αποπροσανατολισμένο. Ίσως τελικά να χρειάζεται κανείς να κάνει τάιμ άουτ για να συνηθίσει αυτή την αλλοίωση και να επάνέλθει στην κανονική ροή. ‘Εχουν αλήθεια περάσει πενήντα χρόνια από τότε ή είναι κι αυτό μια παραίσθηση;

The Kenosha Kid

•Ιουνίου 4, 2009 • 1 σχόλιο

(1) You never did.
The Kenosha Kid.

(2) But you never did the “Kenosha, ” kid!

(2.1) But you never did the “Kenosha Kid.”

(3) You! never did the Kenosha Kid think for one instant that you

(3.1) You? Never! Did the Kenosha Kid think for one instant that you…?

(4) “You never did ‘the,’ Kenosha Kid!”

(5) But you never did Kenosha kid.

(6) You never did the Kenosha kid. Snap to Slothrop.

Got a hardon in my fist
Don’t be pissed
Re-enlist-
Snap-to, Slothrop!

Jackson, I don’t give a fuck,
Just give me my “ruptured duck!”
Snap – to, Slothrop!

No one here can love or comprehend me,
They just look for someplace to send… me…

Tap my head and mike my brain
Stick that needle in my vein,
Slothrop, snap to!

‘The Amputated Memory’, Werewere Liking

•Μαΐου 29, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Πόσο τραγικός θα ήταν ένας άνθρωπος που θα κρατούσε στην μνήμη του όλα όσα τον πλήγωσαν στην ζωή; Κατ’ επιλογή – ή όχι – όλοι μας ακρωτηριάζουμε κομμάτια της μνήμης μας με σκοπό μονάχα να μπορέσουμε να κρατήσουμε την ισορροπία για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε την ζωή μας. Επιλέγουμε την σιωπή, την λήθη και πολλές φορές την φυγή για να μπορέσουμε να περάσουμε αλώβητοι από όλα όσα μας έχουν πληγώσει. Τόσο πολύ που πολλές φορές δεν απομένει στην μνήμη μας ένα ψεύτικο παρελθόν που στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε.

Το ‘The Amputated Memory’ της Werewere Liking είναι ένα βιβλίο-συλλογή. Συλλεκτικά η συγγραφέας έχει αντιμετωπίσει την σκληρότητα της ζωής και της αδικίας των γυναικών της Αφρικής (με έμφαση στο Καμερούν) στα μεταβατικά χρόνια των δεκαετιών 1950-1980. Απ’ τις σελίδες του θα περάσουν στιγμές απίστευτης σκληρότητας, βιασμοί, αιμομιξίες, ξυλοδαρμοί, νεκρά παιδιά, εκμεταλλεύσεις διαφόρων ειδών, και μια σειρά από καταστάσεις που εμείς στον ‘δυτικό κόσμο’ τις θεωρούμε πλέον δεδομένες για την ζωή μας. Φαίνεται όμως πως ήταν μια μορφή επιλογής, μια άμυνα για την Αφρικανή γυναίκα η σιωπή και η λήθη.

Όμως στο πλαίσιο της μεταβατικής αυτής περιόδου η θέση της συγγραφέως είναι πως η μνήμη αυτή πρέπει να πάψει να ακρωτηριάζεται. Πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι γυναίκες της Αφρικής να ανασύρρουν το σκληρό παρελθόν τους και να ορίσουν το μέλλον τους πάνω σ’ αυτό. Βάζωντας τις μνήμες αυτές στο χαρτί, χρησιμοποιώντας πια το γράψιμο και την τέχνη σαν μέθοδο λύτρωσης σε αντίθεση με την σιωπή του παρελθόντος φαντάζει μια εξέλιξη για την ζωή και την συνέχεια στους δύσκολους καιρούς που συνεχίζονται για όλους.

‘Nervous Conditions’, Tsitsi Dangarembga

•Μαΐου 15, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Στην σειρά αναγνώσεων αφρικανικής λογοτεχνίας σκεφτόμουν χτες πως αναδεικνύεται πως η αφρικανική λογοτεχνία είναι το εντελώς αντίθετο της γιαπωνέζικης λογοτεχνίας. Ενώ η δεύτερη είναι εξαιρετικά κλειστή, γεμάτη με ‘προϊόντα’ που σκοπό τους έχουν την εσωτερική κατανάλωση, αγνοώντας εντελώς τον υπόλοιπο κόσμο – με τεράστια εξάιρεση τον Μουρακάμι ο οποίος μπορεί να γράφει στα ιαπωνικά μα είναι καθαρά ‘δυτικός’ συγγραφέας – η αφρικανική λογοτεχνία πάσχει από το κόμπλεξ – αν θέλετε – του να προσπαθήσει να παρουσιάσει τον εαυτό της στον υπόλοιπο κόσμο. Ανεξάρτητα από την γλώσσα στην οποία γράφεται το βιβλίο, ανεξάρτητα και από το ίδιο το θέμα του (π.χ. Matigari) φαίνεται η υφή της γραφής να είναι σαν μια γυάλα μέσα στην οποία βρίσκεται κλεισμένη η Αφρική ολόκληρη, και την οποία παρατηρεί ο δυτικός αναγνώστης για την τέρψη του εγκρίνοντας ή όχι τις καταστάσεις με ένα ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού. Είναι ίσως τραγικό να αισθάνομαι σαν αποικιοκράτης διαβάζωντας το Matigari, ή το Things Fall apart, βιβλία που η οπτική τους γωνία είναι τέτοια που ανασύρρει αυτό το αίσθημα επάνω μου.

Όμως τα κακά νέα σταματούν εδώ γιατί το Nervous Conditions δεν είναι γραμμένο με αυτό το κόμπλεξ, η γυάλα της παρατήρησης έχει σπάσει και το μόνο που μπορείς να κάνεις σαν αναγνώστης είναι να καταλάβεις τους χαρακτήρες των ηρώων που είναι τόσο καλά διαμορφωμένοι στο βιβλίο, που πραγματικά νιώθεις να τους έχεις μπροστά σου.

Το Nervous Conditions είναι το απόλυτο φεμινιστικό βιβλίο περιγράφοντας τις προσπάθειες για εκπαίδευση μιας έφηβης στην Ροδεσία της δεκαετίας του 60. τα φυλετικά ζητήματα, οι λευκοί, οι αποικιοκράτες είναι εντελώς απόντες από το βιβλίο μια που κάποια πράγματα είναι τόσο universal και τελικά πολύ πιο σημαντικά από την παροδική καταπίεση λόγω χρώματος και φυλής, μπροστά στην μόνιμη και άσβεστη καταπίεση λόγω φύλου.

Το βιβλίο δεν είναι τέλειο, ίσως να είναι χειρότερο σαν γραφή και από το Matigari και το Things Fall Apart. Όμως αναδεικνύει πάρα πολλά χαρίσματα τόσο στην πλοκή και την ανάλυση των χαρακτήρων όσο και στην μοναδικότητα αυτή της οπτικής γωνίας. Πραγματικά χαίρομαι πολύ που διάβασα αυτήν την μεγάλη αφρικανή συγγραφέα.

Εξελικτική Θεωρία και Βικτωριανή Αγγλία

•Μαΐου 14, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Tο ερώτημα με το οποίο ξεκινά το παραπάνω επεισόδιο του Ascent of Man τυχαίνει να με έχει απασχολήσει αρκετές φορές στο παρελθόν: Είναι άραγε σύμπτωση το γεγονός πως η εξελικτική θεωρία διατυπώθηκε την ίδια στιγμή σχεδόν από δύο διαφορετικούς ανθρώπους, τον Charles Darwin και τον Alfred Russel Wallace, στο πλαίσιο της βικτωριανής Αγγλίας;

O Jacob Bronowski αντιμετωπίζει το ερώτημα σαν ένα προφανές αποτέλεσμα της ζωής την βικτωριανής αγγλίας, της μεσαίας αστικής τάξης που με λεπτομέρεια μελατά τον κόσμο γύρω της παρατηρώντας και αναλύοντας. Νιώθω όμως πως η συγκεκριμένη ‘εξήγηση’ είναι ελλιπής μια που στην ουσία περιγράφει κι αυτή με την σειρά της ένα αποτέλεσμα και όχι ένα αίτιο.

Είναι μάλλον εντυπωσιακό πως και ο Darwin και ο Wallace φαίνεται να είχαν την ‘επιφάνειά’ τους για την θεωρία της εξέλιξης διαβάζωντας το An Essay on the Principle of Population του Malthus, ένα βιβλίο πολιτικής οικονομίας που αφορά καθαρά στην ζωή του ανθρώπου και ουσιαστικά αποτέλεσμα της κατάστασης που δημιουργήθηκε στην Αγγλία με την έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης στον 18ο αιώνα.

Ενδιαφέρον είναι επίσης πως ο 18ος αιώνας φέρει δύο από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις (την γαλλική και την αμερικάνικη) μα και συνοδεύεται στην Αγγλία από την κοινωνική βιομηχανική επανάσταση, που δρα σε κοινωνικό επίπεδο πολύ πιο έντονα και σε μεγαλύτερο βάθος από τις υπόλοιπες δύο. Ενώ για παράδειγμα η γαλλική επανάσταση μεταμορφώνει την φύση της μεσαίας τάξης από απλό παρατηρητή σε – υποτιθέμενο – ελεγκτή και εκπορευτή της εξουσίας, η βιομηχανική επανάσταση μετατρέπει έναν τεράστιο όγκο αγροτικού πληθυσμού – στον οποίο η εργασία ήταν κυρίως ατομική – σε εργατικό δυναμικό όπου η εργασία γίνεται πλέον συλλογική και ο άνθρωπος πλέον φαίνεται να ξεκινά να γίνεται ένα απρόσωπο τμήμα της βιομηχανικής παραγωγής.

Όπως και ο Γαλιλαίος δυο αιώνες πριν έκανε μια συλλογιστική αφαίρεση για την κίνηση των σωμάτων, αγνοοώντας όλα τα χαρακτηριστικά τους και κρατώντας μόνο την μάζα και την θέση τους – ίσως αυτή να ήταν στην περίπτωση αυτή η αναγκαία ‘αφαίρεση’ που ένωσε, για το δυσκολότερο των ειδών, την τυχαιότητα της ατομικής καθημερινότητας του καθενός μας στο ενιαίο σύνολο στο πλαίσιο μιας βιομηχανικής παραγωγής κατ’ αρχάς, στο πλαίσιο της συλλογικής ζωής (και οικονομίας) μιας βιομηχανικής πόλης με τον συλλογισμό του Malthus, και τελικά στο πλαίσιο του είδους από τους Darwin & Wallace.

Με αυτό το δεδομένο τόσο η βικτωριανή αγγλία όσο και η εξελικτική θεωρία φαντάζουν μάλλον σαν άμεσο αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης του 18ου αιώνα και η μηχανιστική αντίληψη για τον κόσμο που είναι τόσο έντονη σε όλη την βικτωριανή επιστήμη είναι οργανικά δεμένη και με την θεωρία της εξέλιξης. Κάτι που με την πρώτη ματιά δεν είναι και τόσο προφανές.

‘A Summer Bird-Cage’, Margaret Drabble

•Μαΐου 5, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Η σχέση και ο ανταγωνισμός μεταξύ δύο αδερφών είναι ένα θέμα σχετικά δύσκολο. Η λογοτεχνική (και όχι μόνο) απεικόνιση του μπορεί να οδηγήσει σε κλισέ και σε πατερναλιστικές βαρετές διαπιστώσεις για το πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνουν δυο διαφορετικοί άνθρωποι μαζί, δεμένοι με έναν δεσμό που από μόνοι τους ποτέ δεν θα επέλεγαν να έχουν.

Το ‘A Summer Bird-Cage’ της Margaret Drabble αφορά σε μια τέτοια περίπτωση όπου δύο εντελώς διαφορετικές στον χαρακτήρα και την άποψη για την ζωή αδερφές που συνδέονται στο πλαίσιο του γάμου της μεγαλύτερης και της μοναξιάς της μικρότερης με φόντο την ζωή της ανώτερης μεσαίας τάξης του Λονδίνου στις αρχές της δεκαετίας του 60. Όλα εξελίσσονται και καταγράφονται τόσο φυσικά στο βιβλίο της Drabble που δεν θα μπορούσε κανείς να δει την σχέση των δύο αδερφών διαφορετικά από ότι περιγράφεται εκεί. Μακριά από όλα τα κλισέ, μακριά από όλα όσα θα μείωναν την σημασία του βιβλίου και την δημιουργία πλαστών και ανύπαρκτων χαρακτήρων.

Διαβάζοντας το A Summer Bird-Cage σκεφτόμουν πως είναι το κοντινότερο βιβλίο που έχω διαβάσει στην τετραλογία της αγαπημένης μου A.S. Byatt (Virgin in the Garden, Still Life, Babel’s Tower, A Whistling Woman) που κατά μέρος αφορά στις σχέσεις μεταξύ δύο εντελώς διαφορετικών αδερφών (μα και θέματα που αφορούν στην γυναικεία συνείδηση μιας σύγχρονης καλλιεργημένης γυναίκας που αγγίζονται και στο A Summer Bird-Cage, που γράφτηκε μια δεκαετία πριν το πρώτο βιβλίο της τετραλογίας – και σαράντα χρόνια πριν το τελευταίο). Δέκα λεπτά πριν καθίσω να γράψω αυτό το κείμενο, διαβάζοντας το βιογραφικό της Drabble έμαθα πως η Drabble είναι αδερφή της Byatt. H προοπτική που δίνει η διάσταση αυτή στα βιβλία και των δύο που αφορούν στην σχέση μεταξύ αδερφών δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί καλά καλά στο μυαλό μου. Σίγουρα όμως χρειάστηκαν μέσα από τα βιβλία τους να μιλήσουν για μια σχέση που μέσα από την bi-polar φύση της τραυμάτισε με κάποιο τρόπο και τις δύο.

Lilies that fester…

•Μαΐου 3, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

They that have power to hurt, and will do none,
That do not do the thing they most do show,
Who, moving others, are themselves as stone,
Unmoved, cold, and to temptation slow;
They rightly do inherit heaven’s graces,
And husband nature’s riches from expense;
They are the lords and owners of their faces,
Others, but stewards of their excellence.
The summer’s flower is to the summer sweet,
Though to itself, it only live and die,
But if that flower with base infection meet,
The basest weed outbraves his dignity:
For sweetest things turn sourest by their deeds;
Lilies that fester, smell far worse than weeds.

William Shakespear, Sonnet 94

‘Love’ by the Beatles and ‘Editing the Wasteland’

•Απριλίου 27, 2009 • 1 σχόλιο

For some people the idea of remixing the Beatles may sound as sacrilege. The purists may also chose to think that anything that is not the original, or is a variation of the classic songs, cannot be anything but inferior. However, the main principles behind ‘Love’ the remixed alburm released in 2006 have elements that can make any fan turn an ear.

All the remixing in the album was done based on 130 (allegedly even more) tracks from the original Beatles recording sessions and the force behind this remix was ‘fifth Beatle’ George Martin (along with his son Giles Martin). The resulting 80 minutes of music can only be viewed as a separate piece of art, (as totally as possible) removed from the original known recordings that produce a rather unique and different aural result. I must say that it is incredibly challenging to the ear and consciousness to drop the familiar intro of Yesterday, for the magestically merged intro of Blackbird, or to have Ringo Starr sing Octopus’s Garden with the backdrop of the string session from Goodnight, or even a simple acoustic version of Still My Guitar Gently Weeps.

‘Love’ is supposed to be the soundtrack to a Cirque de Soleil show, but its certainly an album that has to be listened to and analyzed veryu closely (incidentally George Martin has also mentioned that there is a code that has to be cracked in the album).

In a sense there is some affinity in ‘Editing the Waste Land’ and remixing the Beatles in the ‘Love’ album (with ‘The Beatles Anthology playing the role of the published original unedited manuscipts of The Waste Land). As with ‘Love’ it is the original Waste Land voices that are (or will be) used and my plan is to also use parts of the original ‘recoding sessions’ of the Waste Land before they were touched by Pound. Under this perspective George Martin was for the Beatles what Pound was for the Waste Land.

I like to think that this undergoing project of Editing the Waste Land does not have to do with the Waste Land per se, but it works like a removed from it ‘piece of art’, the same way as ‘Love’ acts on the original Beatles recordings.