‘Βιοτεχνία Υαλικών’, Μένης Κουμανταρέας

•Μαΐου 24, 2012 • Γράψτε ένα σχόλιο

Έχω την εντύπωση κάποιες φορές πως η λογοτεχνία – ίσως λίγο παραπάνω η ελληνική λογοτεχνία – έχει κλειστεί τόσο πολύ στην αυτοαναφορικότητά της που φαίνεται σαν να έχει βρει το δέντρο μα να χάνει το δάσος. ΟΚ, φυσικά κανείς δε  περιμένει από τον έρημο τον συγγραφέα να μπει σε δεκάδες ακροβατισμούς για να ξεπεράσει εντελώς τον εαυτό του και να αποδόσει ένα κείμενο που λίγο έχει να κάνει με τον ίδιο, όμως είναι μάλλον τραγικό το πως η σύγχρονη κοινωνία έχει στεγανοποιηθεί τόσο πολύ που φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει ένας συγγραφέας για την καθημερινότητα ενός ‘κοινού’ / ‘μέσου’ ανθρώπου, χωρίς από την μια μεριά να πέσει σε σαπουνοπεροειδή κλισέ – όπως ο Franzen στο Freedom – ή απλά να περιγράψει με την μορφή ανάπτυξης μιας εκδορμής σε έναν ανθρώπινο ζωολογικό κήπο.

Στη ‘Βιοτεχνία Υαλικών’ ζήλεψα ομολογώ το διεισδυτικό βλέμμα του Κουμανταρέα που καταφέρνει να καταρρίψει αυτά τα δυο κλισέ και να μιλήσει με έναν γλυκόπικρο τρόπο για μια καθημερινή Ελλάδα με καθόλου δηκτικό ή αφ υψηλού τρόπο – αν και ρίχνοντας μια ματιά σε κριτικές ανά το ιντερνετ βρήκα πως η οπτική γωνιά του παρεξηγήθηκε από αρκετούς.

Ίσως το στοίχημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας αυτή τη στιγμή είναι να καταρρίψει την στεγανοποίηση, να πάψει την high brow διανόηση, και να ασχοληθεί με διαφορετικό τρόπο με την ανθρώπινη καθημερινότητα. Οι άνθρωποι δεν είναι περισσότερο βαρετοί σήμερα από ότι ήταν πριν 80 ή 100 χρόνια – απλά μάλλον έχει εκλείψει η ως πριν λίγα χρόνια απαραίτητη για έναν συγγραφέα  ενόραση στις ζωές των άλλων…

‘The Ambassadors’, Henry James

•Μαΐου 22, 2012 • 2 σχόλια

 

Οκ, η Ευρώπη είναι μαγευτική – όλοι το ξέρουμε αυτό. Είτε μιλάμε για Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο, είτε ακόμα και για Πράγα και για την Αθήνα υπάρχει μια περίεργη αύρα που συναρπάζει τον ‘ξένο’ και τον τραβάει με υποσεινήδητο τρόπο σε έναν μυστήριο θαυμασμό.

Διαβάζοντας το The Ambassadors του Henry James αυτήν την εποχή, ένα πυκνό αριστούργημα χαρακτήρων στο οποίο ένας αμερικανός μαγεύεται απ’ το Παρίσι των αρχών του αιώνα τόσο που η υπόλοιπη ζωή του φαντάζει δύσκολη και παράταιρη, ένιωσα πως αυτό που ήταν τότε τόσο φυσιολογικό είναι σήμερα μάλλον ένα τμήμα ενός παραμυθιού. Ναι, δηλαδή επισκέπτεσαι την Πόλη του Φωτός, μαγεύεσαι απ’ τα μουσεία τους δρόμους, τους πίνακες, όμως η αλήθεια είναι πως αυτό που σε μαγεύει δεν είναι το Παρίσι του 2012, αλλά το ασυνείδητο κατασκεύασμα της αφαίρεσης του νέου και της συγκράτησης οτιδήποτε παλιού έχει σχέση με την πόλη – κι αυτό ίσως να ισχύει ακόμη περισσότερο για τον επισκέπτη της Αθήνας. (ακόμα και ο Woody Allen στο Paris at midnight, το παλιό Παρίσι χρησιμοποίησε και όχι το νέο).

Η μαγεία του ‘σήμερα’ του ‘τώρα’ για την  Ευρώπη, την Αμερική, φαίνεται σαν να ακολουθεί τους νόμους μιας παγκοσμιοποίησης της συλλογικής συνείδησης η οποία είδικα για την Ευρώπη πέφτει σε ένα κλισαρισμένο παρελθόν που είναι καλύτερο απ’ το τώρα, και απλά αρνείται την ύπαρξή του παρόντος με έναν εξαιρετικά ντροπιαστικό τρόπο. Η επίσκεψή μας μετατρέπεται σε μια επίσκεψη σε ένα theme park της ιστορίας το συνεχές του οποίου τρυπάται μόνο απ’ τις ατυχείς συναντήσεις με το κάτω τμήμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της πόλης – π.χ. τους άστεγους – που κι αυτοί μες στο πνεύμα της παγκοσμιοποίησης δεν έχουν καταλάβει πως πρέπει να συμμετέχουν ’ευχάριστα’ στο πάρκο διασκέδασης των επισκεπτών.

Ξέρω, αυτά δεν έχουν και πολύ να κάνουν με τους The Ambassadors, όμως ένα βιβλίο είναι (και) αυτά που μας κάνει να σκεφτόμαστε.  

 

 

‘Gilead’, Marilynne Robinson

•Μαΐου 11, 2012 • Γράψτε ένα σχόλιο

 

Υπάρχει ένα εγγενές εμπόδιο στην φύση αυτού του βιβλίου που κάνει το να μιλήσεις γι’ αυτό εξαιρετικά δύσκολο. Το εμπόδιο είναι πως δύσκολα μπορείς να τοποθετήσεις το βιβλίο σε κάποια κατηγορία χωρίς να νοιώσεις πως το αδικείς γιατί ανήκει σε μια άλλη. Το εμπόδιο είναι πως μπορεί στην ουσία να μην συμβαίνει τίποτε στο βιβλίο, αλλά ταυτόχρονα συμβαίνουν τόσα πολλά. 

Θα πίστευε κανείς πως όταν σε λίγα χρόνια θα φτάσουμε και εμείς τα 75 – όπως ο αφηγητής του βιβλίου – και θα σκεφτούμε να περάσουμε κάτι από τον εαυτό μας στα παιδιά μας σαν μια μορφή ιστορίας, θα μαζεύαμε τις ισχυρές στιγμές της ζωής μας, αυτές που τώρα που είμαστε στην μέση ηλικιά θεωρούμε πως αποτελούν τα τούβλα, τα δομικά συστατικά για το οικοδόμημα της ύπαρξης και της ζωής μας που θα θέλαμε – με μια δόση ματαιοδοξίας – να γνωρίζουν τα παιδιά μας. Όμως, φαίνεται πως σε κάποιες περιπτώσείς είναι πιο σημαντικό να περάσουμε στα παιδιά μας, όχι τις δικές μας μάταιες πέτρες, μα τη λάσπη, το χώμα: τη συγκολητική ουσία που δεν φαίνεται στην καθημερινότητά μας μα που αποτελεί ίσως το πιο δυνατό, το πιο ουσιαστικό κομμάτι του χαρακτήρα μας.

Το Gilead δεν είναι λοιπόν ένα βιβλίο για τα γεγονότα, μα για την συγκολητική ουσία, γι’ αυτό που βρίσκεται ανάμεσα απ’ τα γεγονότα, για το ασήμαντο που τελικά καταλήγει σε βάθος χρόνου – και μόνο a posteriori – να είναι τόσο σημαντικό.

Δε ξέρω αν αυτό από μόνο του κάνει το βιβλίο αριστουργηματικό. Σίγουρα η Marilynne Robinson έχει κάνει μια μεγαλοφυή ενόραση στο μυαλό του ήρωα που απαιτεί κάτι πολύ παραπάνω από απλά μια στυλιστικά σωστή αφήγηση. Διαβάστε το βιβλίο κι αφήστε τις προτάσεις και τις παραγράφους να τρέξουν ελεύθερα στους νευρώνες σας, και ύστερα ξανασκεφτείτε τα δικά σας δομικά συστατικά, και την δικιά σας συγκολητική ουσία.

 

 

 

‘Sabbath’s Theater’, Philip Roth

•Απριλίου 26, 2012 • 5 σχόλια

Μόνο ένας βιβλιόφιλος θα μπορούσε να το καταλάβει: η σχέση του αναγνώστη με ένα βιβλίο που το νιώθει σαν αριστούργημα είναι καθαρά ερωτική. Κάτι παραπάνω: είναι σαν μια συνεχόμενη ερωτική πράξη που κρατά μέρες, μήνες και χρόνια. Η ανάγνωση προτάσεων, φράσεων, παραγράφων κεφαλαίων μπορεί να τον στείλει σε ρίγη ηδονής, σε επαναλαμβανόμενες οργασμικές κλιμακώσεις και σε έναν εθισμό χωρίς τέλος. Όμως ισχύει και εδώ το υποκειμενικό της ηδονής και του φετίχ: one person’s pleasure is another person’s torture.

Παρόλο όλες οι παλιότερες επαφές που είχα με την γραφή του Ροθ με είχαν αφήσει με μια ξινή γεύση στο στόμα, διάβασα το Sabbath’s Theater ύστερα από επαναλαμβανόμενη “πίεση” του Κώστα Καλτσά (of ZONE 2 fame) ως ένα αριστούργημα του Ροθ. Όμως τελικά, παρά όλο το brain washing γι’ άλλη μια φορά ο Ροθ μ’ άφησε παγερά αδιάφορο. Πολλά μπορεί να φταίνε γι’ αυτήν την σχέση μου με τον Ροθ, ίσως όμως το σημαντικότερο είναι πως απλά δεν με εξιτάρει, δε με ανάβει, δε μου λέει τίποτε. Είναι δηλαδή λίγο σαν την ‘σχέση’ που έχω με την Νικολ Κίντμαν (ωραία γυναίκα, αλλά δίπλα της ένα βιβλίο και ένα ζεστό κακάο είναι καλύτερα ;) ).

Δε μου φταίει όμως κάπου το Sabbath’s Theater, ίσα ίσα το βιβλίο είναι μια εξαιρετικά ειλικρινής – και κατά το εβραϊκό πρότυπο αυτοσαρκαστική – ιστορία, με την απλά και ειλικρινά δε μπόρεσα να συνδεθώ. Αλλά είπαμε, one man’s pleasure is another man’s torture.

‘In Search of Lost Time’, Marcel Proust, Vol I – Swann in Love

•Απριλίου 15, 2012 • 2 σχόλια

“The places we have known do not belong only to the world of space on which we map them for our own convenience. They were only a thin slice, held between the contiguous impressions that composed our life at that time; the memory of a particular image is but regret for a particular moment; and houses, roads, avenues are as fugitive, alas, as the years.”

Ήταν η τελευταία φράση που διάβασα χτες από τον πρώτο τόμο του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, η οποία ταιριάζει τόσο καλά όχι μόνο σε περιοχές μα και σε βιβλία. Σαν μη ειδικός και σαν απλός αναγνώστης, έχω την χαρά να διαβάζω αντιλαμβανόμενος 100% το προσωπικό/υποκειμενικό της κάθε ανάγνωσης και του κάθε βιβλίου – κάτι που και στο παρελθόν ονόμασα στο πλαίσιο της ύπαρξης αυτού του μπλογκ ‘λογοτεχνικό εγωισμό’.

Πρωτοδιάβασα το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο το 1991-92, στον πρώτο χρόνο της ζωής μου στο Λονδίνο, μέσα στο ψυχρότατο δωμάτιό μου στο Southfields και σε δεκάδες τραίνα, από και προς αυτό. Σε διάστημα κάποιων μηνών το ‘τέρας’ με απορρόφησε με εντυπωσιακό τρόπο (μόνο ο Ulysses το είχε καταφέρει αυτό πιο πριν) και σκέπασε όλη σχεδόν την εξω-πανεπιστημιακή ζωή μου για εκείνη την περίοδο. Και μπορεί τμήματά του, όπως το Sodom & Gomorrha, να ήταν από τα πιο βαρετά κείμενα που είχα (έχω) διαβάσει, όμως δε μπορούσαν να μειώσουν ακόμα και αυτά το κατόρθωμα της κάθε παραγράφου, αλλά και του όλου. Ειδικά, το πρώτο μέρος, το Swann in Love το θεώρησα ένα εξαιρετικά διεισδυτικό αριστούργημα.

Είκοσι+ χρόνια αργότερα η αναζήτηση για τον χαμένο χρόνο μετατράπηκε σε μια αναζήτηση για το ίδιο μοναδικό συναίσθημα που δυστυχώς ποτέ δεν ήρθε. Προσπάθησα πολύ να αντιμετωπίσω την ανάγνωση αυτή σαν εκείνη την πρώτη και να βυθιστώ στον Προυστ με τον ίδιο τρόπο, αλλά η μέθεξη αυτή δεν ήρθε ποτέ. Και ο λόγος φυσικά είναι μονάχα ένας: ένα τόσο βαθειά προσωπικό (και αναλυτικό) κείμενο όσο το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο δε μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο από δυο διαφορετικούς ανθρώπους, τόσο διαφορετικούς όσο ο Βασίλης των 22 χρονών και ο Βασίλης των 42.

Από εκεί και πέρα υπάρχουν αρκετά πράγματα που επιπλέον στην εκπληκτική πρόζα του Προυστ, που αφορούν στον ειδικό τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η μνήμη πάνω στα ανθρώπινα συναισθήματα αλλά και ή διαπίστωση πως πολλές φορές όταν θέλουμε κάτι πάρα πολύ το αποκτούμε όταν παύουμε να το θέλουμε…

Στο τέλος μου απέμεινε μια γλυκιά νοσταλγία για την εποχή του 91-92, την ματαιότητα της ανάμνησης και την όμορφη ανωριμότητα τόσο της εποχής όσο και της νεότητάς μου.

‘Herzog’, Saul Bellow

•Μαρτίου 30, 2012 • Γράψτε ένα σχόλιο

Η αλήθεια είναι πως ο κόσμος δεν χρειάζεται καμιά εξήγηση. Όλα όσα συμβαίνουν στον φυσικό μα και τον ανθρώπινο κόσμο δεν χρειάζονται την ανθρώπινη εξήγηση, τον ανθρώπινα επιβαλόμενο ντετερμινισμό και την μυθοπλαστικά στημένη αιτιότητα. Η εξήγηση έμφανίζεται σαν ένας ανθρώπινος ψυχαναγκασμός απ΄ τον οποίον πηγάζουν όλα τα υπόλοιπα δεινά των ανθρώπινων ψυχώσεων.

Ο Herzog είναι ο απόλυτος ήρωας που συνθλίβεται από την καθημερινότητα της εξήγησης, ο απόλυτος μοντέρνος άνθρωπος για τον οποίον οι βαθμοί ελευθερίας της καθημερινότητάς του είναι υπερβολικοί στον υπολογισμό και την εξήγησή τους και τον φτάνουν στα όρια της αντοχής του. Όμως παρόλο που ο Herzog είναι τόσο γνώριμος χαρακτήρας – και θα μπορούσε 50 χρόνια μετά να είναι ο καθένας μας – δεν μπορούμε να νιώσουμε καμιά συμπάθεια γι’ αυτόν, μα μονάχα την κωμική αποστροφή για την κατάσταση και την ύπαρξή του.

Ομολογώ πως δεν ευχαριστήθηκα το Herzog όσο το Humboldt’s Gift (που το θεωρώ απίστευτο βιβλίο) όμως δεν μπορώ να αρνηθώ την κωμική/σατιρική μαεστρία του Bellow που αναδεικνύεται τόσο στα υπόλοιπα βιβλία του όσο και στον Herzog. Απλά δεν προσπερνιέται εύκολα αυτή η ενόραση του σύγχρονου ανθρώπου.

‘Engleby’, Sebastian Faulks

•Μαρτίου 21, 2012 • Γράψτε ένα σχόλιο

Μ’ αρέσουν τα βιβλία που παίζουν με τον αναγνώστη. Όχι αυτά που τον στριμώχνουν στην γωνία και που τον αναγκάζουν να αισθανθεί κάτι πολύ συγκεκριμένο κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, αλλά εκείνα που ενώ στην αρχή σε αφήνουν ελεύθερο να σκεφτείς ό,τι θέλεις για την ιστορία και τους ήρωες σιγά σιγά η ελευθερία σου σε οδηγεί στην πολλαπλή ανατροπή των σκέψεών σου (ξανά και ξανά και ξανά). Και επειδή είναι σπάνια αυτά τα βιβλία, όταν συναντάω κάποιο που έχει αυτό το χαρακτηρηστικό το ευχαριστιέμαι ως το μεδούλι.

Και έτσι ακριβώς ευχαριστήθηκα το Engleby, μια αριστοτεχνικά γραμμένη ιστοριούλα για μια 100% damaged προσωπικότητα, την οποία ο αναγνώστης δεν αντιστέκεται στο να την ψυχαναλύσει (ξανά και ξανά) και να βρει τις ρίζες αυτής της κατάστασης στο παρελθόν ή το παρόν(;) του ήρωα. Το παιχνίδι με τον αναγνώστη είναι πολύ σωστά στημένο απ’ τον Faulks και είναι πραγματικά τεράστιο πλεονέκτημα του βιβλίου αυτό!

Βέβαια δεν είναι τέλειο βιβλίο, έχει διάφορα προβλήματα με την ροή και με την κορύφωση του ‘δράματος’ και πάσχει ίσως από το ότι είναι υπερβολικά ‘αγγλικό’ for its own good. Σίγουρα όμως άξιζε τις 4 μέρες που χρειάστηκε να το διαβάσω. Και σίγουρα θα δοκιμάσω και κάποιο άλλο δικό του…

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.