‘Open City’, Teju Cole

•Σεπτεμβρίου 19, 2016 • Σχολιάστε

screen-shot-2016-09-19-at-10-26-35

Έχω αρκετές μέρες από την στιγμή που τέλειωσα το βιβλίο όμως για κάποιο λόγο δε μπορούσα να ξεκινήσω να γράφω γι’ αυτό. Σκόπευα μάλιστα κατά το καθιερωμένο πλέον των τελευταίων μου αναγνώσεων να μη γράψω τίποτε και να τ’ αφησω στο πλάι. Σήμερα, λίγες ώρες μετά άλλη μια έκρηξη με τραυματίες στην Νέα Υόρκη, και λίγες μέρες μετά την επέτειο των 15 χρόνων από την επίθεση στους δίδυμους πύργους αυτόματα θεώρησα πως έπρεπε να γράψω και να μη το προσπεράσω.
Πίσω από την καθημερινότητά μας αυτήν την εποχή ζούμε στιγμές που δεν ανήκουν στην ήπια κατάσταση της ρουτινίας αλλά σε στιγμές τόσο τεταμένες που όλα είναι τόσο διαταραγμένα που νιώθουμε την ‘Ιστορία’ να περνάει γύρω μας έξω απ΄αυτην την κατάσταση ισορροπίας και να μας ακουμπά στο πρόσωπο με την σκληρότητά της. Οι κοινωνίες φαίνεται δεν είναι γραφτό να αλλάζουν με ομαλούς ρυθμούς χωρίς να καταλαβαίνει την αλλαγή. Κανείς βολεμένος στην ρουτίνα του δεν αποζητά την αλλαγή και αντιστέκεται στην οποιαδήποτε κατάσταση θα τον βγάλει απ΄την θέση της ευσταθούς του ισορριοπίας. Απλά μερικές φορές η ισορροπία αυτή είναι ασταθής, και καταρρέει τόσο μα τόσο εύκολα.
Σ’ αυτήν την θέση της κατάρευσης φαίνεται πως για κάποιους από μας η καθημερινότά μας είναι γεμάτη από το παρελθόν μας, γεμάτη από την Ιστορία μας και προσπαθούμε να θέσουμε τους εαυτούς μας στην κατανόηση της κατάστασης με βάση το παρελθόν μας σαν να πρόκειται το όλο σύστημα να ανήκει σε μια ντετερμινιστική εξέλιξη με αρχικές συνθήκες στο παρελθόν που οριοθετούν το παρόν και το μέλλον μας. Όμως, τελικά, ακριβώς όπως ο ήρωας της Ναυτίας του Σαρτρ φτάνει να νιώθει αποκομμένος στην επαφή του με τον χώρο και τα αντικείμενα που τον περιβάλλον, έτσι φτάνουμε να νιώσουμε την ναυτία στην επαφή μας με την Ιστορία και την απόλυτη αποξένωση από το παρελθόν και το παρόν μας.
Ο Teju Cole γράφει για την πολυπολιτισμική Νέα Υόρκη πίσω από ένα πέπλο φόρτισης για όλο τον υπόλοιπο κόσμο και για όλη την ανθρωπότητα προσπαθώντας (ματαια;) να βρει κοινές γραμμές με όλους όσους κυκλοφορούν γύρω του αλλά και με την Ιστορία. Το πλαίσιο αλλά και η δίηγηση θυμίζει μεν αρχικά τον Σαρτρ και την Ναυτία όμως θεωρώ ότι τελικά το Open City είναι το πιο γειτονικό έργο που έχω διαβάσει στο Austerlitz του Sebald.

Από κει και πέρα τόσο ο ήρωας του βιβλίου, όσο και ο ίδιος ο Teju Cole, είναι αναγκασμένοι να ψάχνουν στο παρελθόν για όλα όσα θα μπορούσαν όχι να μας οριεθετήσουν το μέλλον ή το παρόν μας αλλά να μπορέσουν να τους επιτρέψουν να βρουν τις κοινές αρχές που οδηγούν στην σύγκλιση και όχι στην πόλωση και την απόκλιση. Γιατί τελικά ο κοινός χώρος και όσα μας εννώνουν είναι περισσότερα από όσ μας χωρίζουν. Και η θέαση του παρελθόντος μπορεί να είναι όσο διχαστικό όσο και ενωτική, φτάνει να έχει κανείς την διάθεση να την δει κατάλληλα.

‘Cosmopolitanism; Ethics in a World of Strangers’, Kwame Anthony Appiah

•Αυγούστου 29, 2016 • Σχολιάστε

Τις προάλλες διάβασα για μια μαθηματικό που στα νιάτα της εργαζόταν ως προγραμματίστρια για την NASA στο πρόγραμμα των αποστολών Apollo η οποία κάπου στην δεκαετία του 7 αποφάσισε να παραιτηθεί και να σπουδάσει εκ νέου δικηγορία για να καταλήξει να είναι μια εξαιρετικά πετυχημένη διαμεσολαβήτρια (arbitrator/mediator). Ίσως να φαινεται πολύ περίεργη μια τέτοια αλλαγή καριέρας όμως νομίζω πως η μετάβαση της από τον χώρο τον μαθηματικών στον χώρο της δικηγορίας αφορά μια εντελώς εσωτερική πρόκληση. Το True/False και το Ασπρο / Μαύρο των μαθηματικών, μπορεί να φαντάζουν δύσκολα σε κάποιον που δεν έχει την κατάλληλη παιδεία γι αυτά (και δεν έχει αναπτύξει την κατάλληλη γλώσσα επικοινωνίας που να οδηγεί στα πεδία τιμών και στις λύσεις των συναρτήσεων) όμως η γλώσσα που οδηγεί μέσα από την διαμεσολάβηση στην γκρίζα περιοχή που και οι δύο πλευρές ‘έχουν δίκαιο’ αλλα οδηγούνται σε μια συναινετική λύση είναι απείρως πιο challenging ως διαδικασία αλλά οδηγεί σε μια εξ ίσου δυναμική ικανοποίηση όταν από την απόλυτη διαφωνία καταλήγεις στην τομή της συμφωνίας και της λύσης.

Ζούμε σε μια εποχή που δυστυχώς έχουμε γεμίσει την ζωή μας με δίπολα. Απόψεις που αντικρούουν η μια την άλλη, ομάδες που με όλο και αυξανόμενο μίσος μιλούν για τους αντιπάλους τους, θρησκείες και πολιτικά κόμματα που φανατίζουν τους οπαδούς τους και πολώνουν το κλίμα γύρω τους τους για να αποκτήσουν όσο δυνατό μεγαλύτερη επιρροή επάνω τους και επάνω στην γενικότερη μάζα των ανθρώπων που υπερπληροφοερείται με ελλιπή και εξίσου πολωτικό τρόπο μέσα απ΄τα σόσιαλ μίντια. Και μέσα σ’ αυτή την περίεργη εποχή καλούμαστε να συνυπάρχουμε με τους γείτονές μας και όχι μόνο να λύσουμε μαζί τους τις όποιες διαφορές έχουμε αλλά ταυτόχρονα να εξασκήσουμε την ανθρώπινη ιδιότητα της βοήθειας προς το πλησίον μας, χωρίς να χρειάζεται να ελέγξουμε χώρα, χρώμα, χρήμα, απόψεις ή οτιδήποτε άλλο μπαίνει στην μέση.

Η ουσία είναι όμως ότι πίσω από τις όποιες διαφορές μας οι ομοιότητες είναι πολύ περισσότερες και αυτά που χωρίζουν τελικά τις απόψεις μας είναι πολύ μικρότερα και λιγότερα από όσα μας ενώνουν. Και αυτή η ουσία είναι μάλλον η βασικότερη έλλειψη κατανόησης που υπάρχει σε όλες τις πολωτικές μας σχέσεις που οδηγεί στην διακοπή της επικοινωνίας και στην συντριβή. Ο πετυχημένος διαμεσολαβητής χρησιμοποιεί αυτό το μέτωπο των κοινών αξιών ώστε να καταφέρει να φέρει τον συμβιβασμό και να οδηγήσει την πόλωση σε ύφεση, βρίσκοντας αυτ΄την οδό της επικοινωνίας που μεταφέρει στις δυο πλευρές την δυνατότητα να δουν την κατάσταση με τα μάτια της άλλης πλευράς.

Ζούμε στην εποχή που γνωρίζουμε πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους γνώριζαν οι παπούδες μας, και που συναντάμε μέσα σε μια μέρα περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους οι πρόγονοί μας θα έβλεπαν στην διάρκεια ολόκληρης της ζωής τους. Καλούμαστε απ΄την φύση μας να συνυπάρξουμε μες σ’ αυτόν τον συρφετό αγνώστων και αν όχι να μπορέσουμε να κάνουμε το καλό, να αποφύγουμε να κάνουμε το κακό προς τους υπόλοιπους με άμεσο ή με έμμεσο τρόπο. Και δυστυχώς αυτό είναι τελικά εξαιρετικά μα εξαιρετικά δύσκολο.

Το Cosmopolitanism του Kwame Appiah είναι ένα βιβλίο που μπορεί να ανήκει θεωρητικά στον χώρο της φιλοσοφίας όμως πρακτικά πρόκειται για μια απλή κοινωνιολογική ανάλυση της ηθικής που θα έπρεπε να κυριαρχούσε στον χώρο δίπλα μας. Ο Appiah είναι εξαιρετικά απλό και ΄λαικιστής’ στην ανάλυσή του και εξαιρετικά χρήσιμη η ανάλυσή του για κάποιον που θάθελε να σκεφτεί την καθημερινότητά μου με έναν κάπως διαφορετικό τρόπο, όμως η αλήθεια είναι πως σε όλα τα ζητήματα που αφορούν στα προβλήματα και στις πολώσεις που μας περιβάλλον ο Appiah δεν παίρνει ποτέ θέση και απλά αφήνει τον προβληματισμό, την λύση και τον τελικό συμβιβασμό στα χέρια (και στον νου) του αναγνώστη. Ίσως αυτό τελικά να είναι και μεγάλη επιτυχία στο συγκεκριμένο βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί απ΄όλες τις πλευρές με τον ίδιο (απόλυτα υποκειμενικό) τρόπο.

Τέλος, διαβάζοντάς του βιβλίο αισθάνθηκα μια εσωτερική ευχαρίστηση γιατί οι αξίες και οι αρχές που περιγράφονται στο βιβλίο αποτέλεσαν τμήματα της σκέψης μου και πυλώνα της κατασκευής του Nyos (που θα εκδοθεί τελικά απ΄τις εκδόσεις Κέδρος τον Οκτώβριο). Όσοι τελικά διαβάσουν και τα δύο βιβλία θα δουν τι ακριβώς εννοώ.

‘Suttree’, Cormac McCarthy

•Ιουλίου 27, 2016 • Σχολιάστε

antihome

Συνήθως δεν πρόκειται για απόφαση. Συνήθως πρόκειται για μια ‘σκάλα’ γεγονότων που σιγά σιγά σε οδηγούν σε μια ‘down and out’ ζωή έξω από κάθε κομφορμισμό και ρουτίνα, έξω από κάθε τυπική καθημερινή βλακεία και σκοτούρα. Η ζωή του άστεγου, του ρομά, του νομάδα τυχωδιώκτη ασκεί μια γοητεία στους καλλιτέχνες όμως, οι οποίοι προσπαθουν να την μιμηθούν στο πλαίσιο μιας μποέμικης ζωής, θεωρητικά μακριά από οτιδήποτε υλικό, πρακτικά όμως (σήμερα τουλάχιστον) κρατημένοι σφιχτά σε έναν μπουρζουάδικο μικροαστισμό. Ακριβώς αυτόν τον μικροαστισμό που θα ήθελαν να αποφύγουν όταν ξεκίνησαν. Ακριβώς αυτόν που θεωρούν ότι δεν έχουν, αν διαβάσεις (ή ανακαλύψεις) το έργο τους.

Από κει και πέρα υπάρχει και η άλλη γοητεία: αυτή το αναγνώστη. Αυτή η έλξη που υπάρχει στην down and out ζωή σε οποιονδήποτε ζει την καθημερινότητά του με τον πιο κοινό τρόπο και που θέλει να ανακαλύψει έναν άλλο could have been κόσμο που δεν έχει υποχρεώσεις, ξυπνητήρια δουλειές παιδιά δάνεια χρήματα τράπεζες και στόχους. Που θέλει να ανακαλύψει μια καθημερινότητα που δεν ανήκει στον δικό του περίγυρο και που συνήθως την αντιμετωπίζει με περιφρόνηση και με αντιπάθεια (γιατί φοβάται πως θα χάσει αυτά που έχει κερδίσει) αλλά απ΄την απόσταση των σελίδων ενός βιβλίου είναι μια χαρά για την φαντασία και την ‘τέρψη’ του.

Ναι, είναι ωραίο σαν συγγραφέας και σαν αναγνώστης να ‘ονειρεύεσαι’ πως είναι να ζεις σε ένα ξεχαρβαλωμένο ποταμόπλοιο και να ζεις ψαρεύοντας σε ένα βρώμικο ποτάμι μαζι με δέκα φίλους σε παρόμοια κατάσταση και στα θολά σύνορα της παρανομίας, του αλκοολισμού και της ελευθερίας αλλά μονάχα μια βραδιά χρειάζεται να κοιμηθείς στα δύσκολα (sleeping rough) και σε ελάχιστο χρόνο θα αρχίσεις να ποθείς το ζεστό σου κρεβατάκι και το ίντερνετ και το φεσημπουκ και το κινητό σου τηλέφωνο.

Ομολογώ λοιπόν ότι αυτή η ‘γοητεία’ εκ του ασφαλούς στις περισσότερες φορές με ενοχλεί αφάνταστα όταν εμφανίζεται στην λογοτεχνία πάνω απ΄ όλα γιατί τις περισσότερες φορές πρόκειται για μια υποκριτική ανάπτυξη που λίγο κρύβει την υποκρισία της πίσω απ΄την καθαρά τουριστική θεώρηση του θέματος που είναι φτιαγμένη για την τέρψη του ηδονοβλεψία που έχουμε όλοι μέσα μας και που κατά βάθος στηρίζεται στο ψέμα (ούτε καν στην μυθοπλασία). Όμως όσο και να πρσπαθήσω να μισήσω το Suttree του McCarthy για αυτόν τον λόγο δε μπορώ να το καταφέρω.

Καταρχάς το βιβλίο είναι ημι-αυτοβιογραφικό και στηρίζεται στην μποεμ ζωή του McCarthy στην δεκαετία του 60. Κατά δεύτερον το βιβλίο είναι αριστοτεχνικά γραμμένο σαν συρραφή σχεδόν αυτοτελών ιστοριών που δένουν ένα σύμπλεγμα που με ίσους όρους στηρίζεται στην πλοκή όσο και στην γλώσσα, η οποία αποτελεί το τρίτο μέλος της εξίσωσης. Ο McCarthy απλά κάνει ‘φιγούρα’ στην χρήση της αγγλικής γλώσσας και στην σμίλευση της ιστορίας της περιγραφής και των χαρακτήρων μέσα της. Ίσως να φαίνεται μεγάλη αντίφαση μια ιστορία για τους λούμπεν του Τενεσή να είναι γραμμένη με τόσο στυλιζαρισμένη γλώσσα όμως θέλω απλά να προσπεράσω αυτήν την αντίφαση και να πω πόσο ικανοποιημένος ένιωσα πίσω απ’ την ανάγνωση αυτού του αστείου, παθιασμένου, δραματικού, έντονου μοντερνιστικού αργιστουργήματος.

Τέλος αν και η αρχή του βιβλίου είναι ζήτημα μιας προσωπικής απόφασης του ήρωα ο McCarthy σε όλη τη διάρκεια τυθ βιβλίου εσωκλείει την τύχη και την ατυχία σαν οργανικούς ήρωες και δεν αφήνει και πολλά περιθώρια στον αναγνώστη να γοητευτεί τόσο, παρά να απογοητευτεί για την μποέμικη ζωή και την κατάσταση των ηρώων. Και σ’ αυτό πραγματικά είναι πολύ ξηγημένος ο McCarthy και σαν τον Thorough αντιλαμβάνεται παρά την γοητεία την ήττα του εγχειρήματος. Δεν υπάρχει γοητεία, δεν υπάρχει τίποτε γλυκό και άξιο αναπόλησης σε έναν down and out κόσμο. Μονάχα η έννοια πως βρίσκεσαι έξω απ΄την κανονική ζωή που κυλάει πλάι σου χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς για σένα. Και δεν υπάρχει τίποτε γοητευτικό σ’ αυτό.

‘Zero K’, Don DeLillo

•Ιουλίου 25, 2016 • Σχολιάστε

Σε γενικές γραμμές η ωρίμανση ενός συγγραφέα ακολουθεί δυο πορείες: ή φτάνει σε ένα πλατώ κάπου στην ηλικία των πενήντα και κατόπιν ακολουθεί μια πτώση (στην ποσότητα και την ποιότητα) της γραφής η οποία άλλες φορές είναι απότομη και άλλες προοδευτική, ή συνεχίζει να βελτιώνεται χρόνο με τον χρόνο, κείμενο με το κείμενο προχωρόντας ως το τέλος της ζωής. Ο Don DeLillo, ‘φίλος’ από τα παλιά, συγγραφέας της καλής γενιάς των αμερικάνων μεταμοντέρνων που ήταν στηριγμένοι γερά στις πλάτες του παρελθόντος (Χεμινγουει, Φιτζέραλντ, Ντος Πάσος, Μπέλλοου, Γκαντίς) προφανώς και ανήκει στην δεύτερη κατηγορία και το Zero K είναι η απλή και μοναδική απόδειξη γι’ αυτό.

Επίσης, σχεδόν όλοι πο συγγραφείς κάποια στιγμή της ζωής τους έρχονται στα κείμενά τους να αντιμετωπίσουν την έννοια του θανάτου και της καταστροφής, και η διαφοροποίηση εδώ είναι αν θα το αντιμετωπίσουν σε νεαρή ηλικία (π.χ. Πύντσον) ή σε μεγαλύτερη οδεύοντας προς το τέλος (π.χ. Γκαντίς). Φυσικά στην περίπτωση του DeLillo η έννοια του θανάτου και την παρανοϊκής ανάπτυξης της ζωής υπό τον φόβο του καλύτεται σε όλες του τις φάσεις της συγγραφής, από τότε που ήταν νέος με το White Noise, ως και το Zero K που απροκάλυπτα μιλά για το τέλος, για ένα τέλος σε διηγηματική αλλά ταυτόχρονα και δοκιμιακή μορφή. Θα άξιζε κανείς να μελετήσει την διαφοροποίηση στις ιδέες και τις σκέψεις του DeLillo για τον θάνατο στην πρόοδο του χρόνου μια που όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα στην συγγραφική του πορεία ίσως αυτό να είναι τελικά το θέμα που τον ξεχωρίζει απ’ όλους τους υπόλοιπους μεταμοντέρνους με τρόπο που η θεματολογία του και η εμμονή του με τον θάνατο θυμίζει τον…. Διονύσιο Σολωμο.

Το Zero Κ λοιπόν είναι καθαρά ένα μυθιστόρημα ιδεών σκαλισμένο πίσω από μια πλοκή που λειτουργεί σαν σκαλωσιά για το χτίσιμό τους. Η ίδια η πλοκή θα ταιριαζε απλά και μέονο σε ένα μικρό διήγημα το οποίο επεκτείνεται με την πραγματικά καταπληκτικά στυλιζαρεσμένη γλώσσα του και δημιουργεί ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος και σίγουρα ένα από τα κορυφαία βιβλία στο οπλοστάσιο του DeLillo.

Διάβασα το Zero K δυο φορές απανωτά, τη μια πίσω από την άλλη, γιατί πραγματικά η μιά δεν ήταν αρκετή, τόσο από πλευράς απόλαυσης όσο και από πλευράς κατανόησης και νομίζω πως η τελευταία φορά που έκανα κάτι τέτοιο ήταν με το Agape Agape (https://ficciones.wordpress.com/2010/10/14/agape-agape-william-gaddis/) του Gaddis που κι αυτό είναι ένα μυθιστόρημα ιδεών για το τέλος, ενός τεράστιου συγγραφέα. Αν ο DeLillo δεν γράψει άλλο βιβλίο – είναι άλλωστε 79 ετών – ειλικρινά θα κλείσει την καριέρα του με τον καλύτερο τρόπο και με μια άνοδο που κανένα βραβείο (Νομπέλ ή άλλο) δε θα μπορούσε να του δώσει.

Το μόνο κρίμα διαβάζοντας το Zero K είναι πως είναι φανερό ότι ο Pynchon, δυστυχώς, δεν μπορεί πλέον να γράψει έτσι. Ειδικά τα δυο τελευταία βιβλία του δεν ήταν καθόλου αντάξια των παλαιότερων και είναι πραγματικά κρίμα που δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό του καθώς ωρίμασε. Αλλά φυσικά αυτό δε θα ήταν ούτως ή άλλως καθόλου εύκολο.

‘The Sea, the Sea’, Iris Murdoch

•Μαΐου 31, 2016 • 1 σχόλιο

Ίσως να μην υπάρχει έρωτας χωρίς εμμονές και χωρίς ιδεασμούς. Ίσως, αντιμετωπίζοντάς το εντελώς κυνικά, η αποδόμηση του έρωτα να είναι ένας απλός ιδεασμός, μια εμμονή σε ένα πρόσωπο (αλλά τι εμμονή τελικά!) Και η αποδόμηση αυτή, σε σημείο που ενοχλεί ακόμη και τον αναγνώστη είναι το κεντρικό θέμα του The Sea the Sea.

Το βιβλίο δρα ψυχολογικά πάνω στον αναγνώστη προσπαθώντας να μετακυλήσει την θέση του για τον ήρωα από περιέργεια σε θαυμασμό, σε θυμό και στο τέλος σε λύπηση. Όπως η θάλασσα δεν είναι ποτέ σταθερή, έτσι, μ’ αυτήν ακριβώς τη λογική κάθε ανάπτυξη των πράξεων του ήρωα (διάσημου σεξπιρικού σκηνοθέτη) οδηγεί στην τραγωδία και στην συντριβή αποφεύγοντας όμως την λύτρωση. Βαθιά μέσα μου θα ήθελα ένα άλλο τέλος για τον ήρωα, για το βιβλίο, γιατί το τέλος που επέλεξε η Murdoch,  παραείναι πραγματικό, παραείναι νορμάλ, για μια τέτοια ιστορία.

Με έναν περίεργο τρόπο το  The Sea, the sea, αν και είναι γραμμένο από γυναίκα είναι εντελώς αντρικό βιβλίο. Δεν είναι μόνο ο ήρωας άνδρας, είναι ολόκληρη η αποδόμηση η σκέψη και η ανάπτυξή του ανδρική. Το έχω επισημάνει και στο παρελθόν πως πολλές γυναίκες συγγραφείς προσπαθούν τελικά να γράψουν σαν άντρες και η Murdoch κάνει τον χαμαιλέοντα εδώ αριστοτεχνικά. Είχα πολλά χρόνια να διαβάσω άλλο βιβλίο της και ομολογώ δεν θυμάμαι την θέση της σε άλλα της κείμενα, αλλά νομίζω ότι το The Sea, the sea με οδηγεί στο να την ξαναδιαβάσω…

[Σημείωση: Στη βιβλιονετ βρίσκω πως όλες οι μεταφράσεις της στα ελληνικά έγιναν απ΄τις εκδόσεις Χατζηνικολή. Τελικά και στα εκδοτικά είναι απαραίτητες οι εμμονές. Ή μήπως ο έρωτας.]

 

 

 

Αναζητώντας την Γραμμή Mason & Dixon

•Μαΐου 19, 2016 • Σχολιάστε

20160519_100758

Είχα μόλις λίγες ώρες στο πρόγραμμα σήμερα αλλά ο καιρός ήταν τέλειος και η γραμμή Mason & Dixon  ήταν μόλις 20 λεπτά από εδώ. Δεν υπάρχει κανένα σημάδι που να σε οδηγεί στα πέτρινα markers που άφησαν ο Mason και ο Dixon στην αποστολή τους. Πρέπει να τα ψάξεις στο Google maps και να πλοηγηθείς  μέσα από στενούς δρόμους στην γη των Αμις ως την τελευταία δυνατή καλύβα και να ζητήσεις άδεια για να μπεις στα χωράφια τους και να ψάξεις τις πέτρες. Ο Άμις που όργωνε με τα άλογα ένα χιλιόμετρο πιο πάνω μέσα στο χωράφι με τις αγελάδες ήταν λες και άνηκε σε κάποιον πίνακα απ΄τον περασμένο αιώνα. Οι οδηγίες έλεγαν να αναζητήσω ένα μονοπάτι μετά την καλύβα και μετά να κοιτάξεω δεξιά ή αριστερά για μια πέτρα όχι μεγαλύτερη από τριάντα πόντους. Το σπίτι ήταν σαν βυθισμένο μες στο δάσος και το μόνο σημείο ζωής ήταν τα αναμένα ‘χριστουγεννιάτικα’ φωτάκια στη βεράντα του. Το δάσος πυκνό γεμάτο σαπισμένα και πεσμένα δέντρα και ούτε ίχνος από βατό μονοπάτι. Ανέβηκαμε την πλαγιά μαζί με τον Φίλιππο γλιστρώντας στα φύλλα. Τίποτε δεν θα ήταν διαφορετικό το 1766 όταν ήταν εδω ο Mason  και ο Dixon. Ψηλότερα ένα ξέφωτο που οδηγούσε σε ένα τεράστιο κενό με τον ποταμό Susquehana ακριβώς από κάτω. Κι όμως ένα σημείο πολιτισμού: δυο καρέκλες στην άκρη του γκρεμού να αντικρύζουν τον νότο. Η άκρη από ένα μονοπάτι πίσω μας μας έφερε πεντακόσια μέτρα μακρύτερα σε μια ακόμη πιο απομακρυσμένη φάρμα. Ο αγρότης, καραφλός με ένα μακρύ μούσι (αλλά όχι Αμις) στην άκρη του σπιτιού μας κοίταξε περιέργα. Εδώ άνετα θα μπορούσαν να σε πυροβολήσουν αν μπεις στο χώρο τους χωρίς άδεια. Πλησίασα χαιρετώντας και τον ρώτησα αν ήξερε που βρισκόταν το marker. Με χαμόγελο και με γαλατική ευγένεια μου είπε πως ήταν δίπλα στο ξέφωτο που μόλις πέρασα. Τον εύχαρίστησα και γύρισα πίσω για να ξαναδώ. Η πέτρα ήταν μόλις πέντε μέτρα μακριά απ΄την άκρη του γκρεμού λίγο πιο χαμηλά από εκεί που βρισκόμασταν. Πλησιάζοντας είδα το Μ και ακούμπησα το βιβλίο επάνω. Η πρώτη φωτογραφία. Ύστερα και μερικές ακόμη. Απ’ την μια μερια το Maryland και από την άλλη η Pennsylvania, ένα αόρατο όριο που μπορεί η ύπαρξή του να ‘βιάσε’ τον παρθένο χώρο εκεί στα τέλη του  18ου αιώνα, αλλά ταυτόχρονα έφερε και την έννοια της ελευθερίας πίσω από το πέρασμα αυτής της νοητής γραμμής που χωρίζει τον Βορά με τον Νότο. Τα όρια, τα σύνορα, δεν είναι πάντοτε τόσο κακά, είναι ικανά όχι μόνο να μας περιορίσουν αλλά και να μας προστατεύσουν, είναι ικανά να προσφέρουν μια διαφορετική οπτική σε κάτι που υπό άλλες συνθήκες δε θα υπήρχε.

Παραδόξως ένιωσα μια περίεργη συγκίνηση αλλά και μια λύτρωση με την παρουσία μου εκεί. Δεν είχε καμιά σχέση με τον Pynchon όμως αλλά ήταν μια καθαρή σύνδεση με τον Charles Mason, τον αστρονόμο που έφτασε  ως εδώ, εκείνο το σημείο που βρισκόμουν και εγω, κυνηγημένος από μια μοίρα που δε του επέτρεψε να γίνει Astromer Royal αλλά τον έβαλε σ’ αυτή τη προτόγονη γη ανάμεσα σε τυχοδιώκτες, ημιάγριους, ινδιάνους και κλέφτες (και ίσως και ένα σκύλο που μιλάει). Μια συναδελφική και προσωπική σύνδεση πάνω από μια πέτρα φαγωμένη απ΄τα στοιχεία της φύσης και εγκαταλειμένη ως τον επόμενο επισκέπτη. Άλλη μια τελευταία φωτογραφία και πίσω για δουλειά. Στο γυρισμό ο Αμις πάνω στο άροτρο μου έκανε ένα thumbs up καθώς περνούσα. Σύμπτωση και ολοκλήρωση…

‘Albert Angelo’, B.S. Johnson

•Μαΐου 3, 2016 • Σχολιάστε

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό: Πίσω απ΄τις πωλήσεις, τα μάρκετινγκ, τις σκέψεις για την ‘συγγραφική καριέρα’, τα βραβεία, τις εκδόσεις και τις κριτικές ένας συγγραφέας γράφει πρώτα απ΄ όλα για τον εαυτό του. Η λειτουργία της εξομολόγησης και της κάθαρσης πίσω απ΄την αφηγηματική ανάπτυξη δεν χρειάζεται τίποτε από τα παραπάνω, παρά μόνο μια συνείδηση που ψάχνει για διέξοδο, για ένα ‘αυτί’ που θα μπορούσε να ξαλαφρώσει θέσεις και προβλήματα που ταλαιπωρουν για μήνες, για χρόνια και για δεκαετίες ίσως.  Και αυτό φυσικά ισχύει ακόμη κι αν το βιβλίο δεν είναι αυστηρά αυτοβιογραφικό.

Μ’ αυτό το δεδομένο λίγα από τα παραπάνω έχουν ουσιαστική σημασία για την διαδικασία της συγγραφής (και ακόμη λίγότερη σημασία έχει τελικά η κριτική, ειδικά για τον συγγραφέα…) αλλά φυσικά ο συγγραφέας αναγκάζεται τελικά να ασχολείται με όλα τα παραπάνω ψάχνοντας χαμηλότερα στην πυραμίδα του Maslow για ελλείψεις που θα του επιτρέψουν να ασχοληθεί μόνο με αυτό που τελικά τον ενδιαφέρει. Το τραγικό φυσικά είναι πως τελικά – σχεδόν – ποτέ δεν μπορεί να απαλλαγεί από τα πιο πεζά (και κάποιες φορές ίσως να μη το θέλει καν) αλλά και κυρίως αντιλαμβάνεται κάπως αργά πως όσο και να προσπαθήσει η διαδικασία της κάθαρσης δεν έρχεται  ποτέ τόσο απλά (καταραμένο  human condition…) και με απλά λόγια το γράψιμο δυστυχώς δεν φτάνει…

Ο BS Johnson είναι μια ιδότυπη περίπτωση συγγραφέα ακριβώς γιατί η κάθαρση αυτή δεν ήλθε ποτέ σε εκείνον παρά τις προσπάθειες που έκανε να περιορίσει το δικό του θλιβερό σύμπαν γιά το σύμπαν το βιβλίων του, τα οποία έχουν μια σχέση ευθέως ανάλογη με την ζωή του. Μπορεί να αντιμετωπίζεται σήμερα ως ένας ξεχασμένος ‘πειραματικός’ συγγραφέας λόγω των τρικ που χρησιμοποιούσε στα βιβλία του όμως πραγματικά το σπρωξιμο των ορίων της λογοτεχνίας που πρόσφερε ο Johnson χρησιμοποιώντας τα είναι κι αυτά μια ψυχολογική προσπάθεια κάθαρσης, ξεπεράσματος των ορίων σε μια ρουτίνα και μια ζωή βαθειά τραγική και ταυτόχρονα τόσο ταλαντούχα.

Το Albert Angelo είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσπάθειας κάθαρσης, που με αφηγηματικά αυτοβιογραφικό τρόπο προσπαθεί να ξεπεράσει την καθημερινότητά του. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς την βιογραφία του BS Johnson για να δει πίσω απ΄το Albert Angelo στην τραγική μορφή του ίδιου του συγγραφέα, όμως δε μπορεί παρά να θαυμάσει και το ταλέντο του και την ίδια του την προσπάθεια για κάθαρση που τελείται (ή όχι…) τόσο δημιουργικά. Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται πως η δυστυχία είναι καταλύτης όχι μόνο της δημιουργικότητας αλλά και της λογοτεχνίας.

 
Αρέσει σε %d bloggers: