‘The Immolation’, Goh Poh Seng

•Ιουλίου 26, 2017 • Σχολιάστε

Οι καλύτερες επιλογές βιβλίων είναι συνήθως αυτές που κάνουμε μέσα σε βιβλιοπωλεία. Αυτές που στηρίζονται όχι στις εφήμερες κριτικές ή στο hype, αλλά που γίνονται ύστερα από ώρες ψαξίματος μπροστά από ράφια εκεί που το ξεφύλλισμα είναι απαραίτητος παράγοντας της επιλογής. Λυπάμαι πολύ που συνήθως αυτή η μαγεία μου λείπει, λυπάμαι που τα (περισσότερα) βιβλιοπωλεία έχουν καταντήσει σούπερ μάρκετ, λυπάμαι που ούτε το αναγνωστικό κοινό γενικίτερα, ούτε και οι “βιβλιόφιλοι” ειδικότερα δεν μπορούν να ξεπεράσουν την έννοια της μόδας για να πάνε λίγο παρακάτω. Στα βιβλία που δεν ενδιαφέρουν ‘κανέναν’, που γι αυτά δε θα γραφτεί κριτική, αλλά που ίσως να κρύβουν ξεχασμένα (ή απλά άγνωστα) αριστουργήματα – αν και η λέξη αριστούργημα είναι τόσο βαριά που δε θέλω να την χρησιμοποιώ τόσο εύκολα.

Το The Immolation ήταν το κατάλληλο βιβλίο για να διαβάσω σαν συνέχεια απ΄το The Terrorist (αν και διάβασα άλλα δύο ενδιάμεσα για τα οποία ίσως γράψω αργότερα). Η φιλοσοφία πίσω απ το Immolation είναι αυτή της ψυχοσύνθεσης ενός κομμουνιστή μαχητή των ΒιετΚονγκ και η πορεία του από την αρχική νεανική επαναστατική φύση στην τελική απογοήτευση. Βιβλία για τον πόλεμο του Βιτενάμ έχουν γραφτεί πολλά αλλά ομολογώ απ΄την πλευρά των ΒιετΚονγκ δεν γνωρίζω κανένα και ήλθε λίγο σαν έκπληξη αυτή η ανάλυση αυτού του εξαιρετικά δυναμικού συγγραφέα.

Ο Goh Poh Seng προσπαθεί να σκιαγραφήσει ένα καθαρά βαθύ και προσωπικό ζήτημα του ήρωα πίσω απ΄την πλοκή που μπορεί να μην είναι πολύ πυκνή αλλά είναι ακριβώς τόση όση χρειάζεται για να οδηγήσει ήρωα και αναγνώστη στην τελική κάθαρση (ή συντριβή) η οποία όμως έρχεται εντελώς μη αναμενόμενη και με τρόπο που δεν έχει σχέση με κανένα χάπι έντ αλλά απλά με την συνειδητοποίηση και την ωρ΄μανση του ήρωα για το τι είναι σημαντικο και τι όχι στην ζωή και στον κόσμο.

Ο συγγραφέας αναπτύσσει μια καθαρά Χαιντεγκεριανή φιλοσοφία πίσω από τον ήρωα και την δένει αριστουργηματικά με τις  βουδιστικές διδαχές της μέσης οδου. Η ίδια του η προσωπική σύνδεση με την Δύση (όπως και του ήρωα) φαίνεται να τον τοποθετεί σε μια ευαίσθητη ισορροπία η οποία εύκολα θα μπορούσε να χαθεί – τόσο στο πλαίσιο της ζωής του όσο και στο ίδιο το βιβλίο. Παράλληλα το βιβλίο βρίσκεται επίσης σε μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία γλώσσας και πλοκής που ομολογώ ότι ζήλεψα για το βάθος και την απλότητά της.

Από κει και πέρα θεωρώ τον εαυτό μου μόνο κερδισμένο απ’ αυτή την ανάγνωση. Δεν περιμένω να ψάξει κανείς αυτό το βιβλίο και δεν περιμένω να το μεταφράσει κανεις εκδότης στα ελληνικά.  Θα ήταν όμως ευτύχημα να μπορούσαμε να βρούμε άγνωστα βιβλία σαν κι αυτό και σε βιβλιοπωλεία στην Ελλάδα…

Advertisements

‘Terrorist’, John Updike

•Ιουλίου 7, 2017 • Σχολιάστε

Στο τελευταίο μου ταξίδι στο Λονδίνο οι φίλοι και οι συνεργάτες, επηρεασμένοι από το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα επαναλάμβαναν στη συζήτηση ένα θέμα που τους είχε προβληματίσει: πως είναι δυνατόν ένας ένθρωπος ο οποίος παίρνει μια καθαρά αγγλική εκπαίδευση και που δεν ανήκει στο περιθώριο και που δεν είναι καν χαζός να καταλήγει να γίνεται τζιχαντιστής και τρομοκράτης; Ποιός είναι ο δρόμος που οδηγεί από την χαρντ κορ middle class στην τρομοκρατία (και έχει σχέση με οτιδήποτε άλλο από την αφόρητη βαρεμάρα που νιώθει ένας τινέιτζερ όπως αντιμετωπίζει τον κόσμο);

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καθαρά, πεντακάθαρα, γραμμένη στο πλαίσιο του Terrorist του Updike.  Το βιβλίο βασικά έχει καθαρά αυτό το ερώτημα σα σκοπό: να ψυχογραφήσει έναν έξυπνο νεαρό τρομοκράτη μπροστά από το πλαίσιο της σύγχρονης αμερικής (και γενικότερα της δυτικής κοινωνίας) και να χαράξει όλη την αλληλεπίδραση μεταξύ του προσώπου και του πλαισίου που οδηγεί προς την τελική διαμόρφωση. Το εντυπωσιακό με τον Updike στο συγκεκριμένο (αλλά όχι μόνο) βιβλίο είναι ότι με ένα εξαιρετικά οξυδερκή τρόπο χρησιμοποιεί το κλισέ εκεί που χρειάζεται γιατί ακόμα και οι κοινοτυπίες έχουν τουν σημασία τους (και δεν θα ήταν κλισέ αν δεν ήταν επαναλαμβανόμενα παντού). Το ίδιο το βιβλίο όμως είναι πολύ μακριά από μια συνολική κοινοτυπία αλλά είναι μια εξαιρετική καταγραφή της αμερικανικής middle class  ζωής με τον τρόπο με τον οποίο ο Updike γνωρίζει τόσο καλά να περιγράφει σε άλλα έργα του (όπως στον  Rabbit). H διαφορά όμως ανάμεσα στα βιβία του Rabbit και στο Terrorist είναι στους στρόπους με τους οποίους η εσωτερική σύγκρουση και η middle class αισθητική εμφανίζεται να εξελίσσει την πλοκή αλλά και τους χαρακτήρες των προσώπων. Ο ήρωας του Terrorist θα μπορούσε να ήταν ο ίδιος ο Harry “Rabbit” Angstrom, οι διαφορές δεν είναι μεγάλες και οι διαδικασία που οδηγεί τελικά στην τρομοκρατία φαντάζει εκπληκτικά (και τρομακτικά [excuse the pun]) φυσιολογική…

Θεωρώ, όπως έχει πει αρκετές φορές, τον Updike τεράστιο συγγραφέα και βιβλία σαν το terrorist πίσω από τις απλουστεύσεις της πρωτοεπίπεδης ανάγνωσης οδηγούν σε έναν βαθύτερο αναλυτή της human condition  που δεν χρειάζεται τερτίπια κανενός είδους για να περάσει την συντριβή, την πλήξη και το απόλυτο κενό που αντιμετωπίζουμε όλοι μας. Παρόλα αυτά ο Updike δεν κρύβεται πίσω απ΄το δάχτυλο της σοβαροφάνειας (πρέπει να είναι απ΄τους λίγους συγγραφείς που δεν φοβάται να χαμογελάσει ή να γελάσει στις φωτογραφίες) και αναπτύσει την πλοκή και τους ήρωές του με ένα τρόπο που ακριβώς επειδή δεν είναι σοβαροφανής είναι μοναδικός. Το Terrorist τελειώνει με ένα κεφάλαιο που έχει σασπένς σαν ταινία του Χιτσκοκ, ενώ το τέλος είναι άκρως απαισιόδοξο, τόσο για τον ήρωα όσο και για όλους μας που ελπίζουμε και πιστεύουμε σε κάτι.

‘A Beautiful Question: Finding Nature’s Deep Design’, Frank Wilczek

•Ιουνίου 20, 2017 • Σχολιάστε

Τι καλύτερο στα μάτια ένος μη-επιστήμονα από την σύνδεση της επιστήμης με το ‘ωραίο’. Και τι καλύτερο μάλιστα όταν ο συγγραφέας του βιβλίου έχει πάρει Νόμπελ φυσικής για ένα θέμα τόσο ‘ωραίο’ όσο η δύναμη που συγκρατεί τα κουάρκ μεταξύ τους. Συνδυασμός που θα μπορούσε να δημιουργήσει αριστούργημα. Συνδυασμός όμως που τις περσσότερες φορές μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη καταστροφή. Όπως εδώ.

Το πρόβλημα εδώ ξεκινά από το γεγονός ότι ο μέσος νομπελίστας σήμερα δυστυχώς δεν είναι αρκετά ευρύς στις γνώσεις του, και δεν εμβαθύνει αρκετά ώστε να μπορέσει να υπστηρίξει μια επιστημονική-αισθητική σύνδεση με έναν τρόπο που θα μπορούσε να πει κανείς ότι ταιριάζει στο πλαίσιο της επιστημονικής μεθόδου. Κι έτσι, ενώ πχ ο Wilzcek ξοδεύει μόλις λίγες σελίδούλες για να μιλήσει για την έννοια του ωραίου στη μουσική και για τα ευρήματα του Πυθαγόρα και καταλήγει σε ένα αμφιλεγόμενο αν όχι εντελώς fake συμπέρασμα ο πολύ παλιότερος Helmholtz ξοδεύει 500 σελίδες στον Tonenmpfindungen για να συνδέσει την ακουστική, με την κυματική με την φυσιολογία για να καταλήξει σε συμπεράσματα που είναι όχι απλά ενδεικτικά αλλά και ως επιστήμη πολύ πιο όμορφα!

Η προσπάθεια του Wilzcek προσπαθεί να στηριχτεί σε γενικότητες και σε τμήματα της έρευνάς του που γνωρίζει καλά για να μιλήσει για την αισθητική άποψη της φύσης και της επιστήμης όμως είναι πορφανές ότι από μόνο του δεν φτάνει και μπορεί να μην φτάνει κανείς να πει διαβάζοντας το βιβλίο ότι διαβάζει απόλυτες αηδίες, όμως διαβάζει ένα ανεπαρκές βιβλίο μετριότητας που στηρίζεται σε έναν εγωισμό και σε μια οπτική γωνία πολύ περιορισμένη. Και μπορεί αυτό να μην είναι καθαρά εμφανές σε κάποιον που δεν είναι επιστήμονας όμως σε κάποιον που ασχολείται με την επιστήμη είναι κάθε άλλο απο προφανές.

Παρόλα αυτά το βιβλίο δεν είναι απόλυτα κακό αν κάποιος αναρρωτιέται συνεχώς γι’ αυτά που διαβάζει και αν μπορεί να τα αποτιμήσει με βάση τόσο τις επιστημονικές οσο και τις φιλοσοφικές του γνώσεις. Το Quark and the Jaguar όμως του πραγματικού universal scientist Murray Gell-Mann είναι κλάσεις ανώτερο για την σύνδεση της επιστήμης με την πολυπλοκότητα και κατ’ επέκταση με το ‘ώραίο’.

‘The 7th Function of Language’, Laurent Binet

•Μαΐου 15, 2017 • Σχολιάστε

Ακούγεται συχνά ότι το δέυτερο βιβλίο είναι αυτό που ή φτιάχνει ή χαλάει έναν συγγραφέα. [Το δικό μου δεύτερο βιβλίο για λόγους beyond my control κλείστηκε σε ένα συρτάρι και αμφιβάλω αν θα καταφέρει ποτέ να βγεί από εκεί. Παρόλο που εκείνη τη στιγμή που κατάλαβα την μοίρα του απογοητέυτηκα, τελικά έγραψα το τρίτο μου βιβλίο το Nyos]. Ειδικά στην περίπτωση του Binet ύστερα από το εξαιρετικό HHhH περίμενα κάτι εξίσου εντυπωσιακό, ή μάλλον και κάτι ακόμα περισσότερο.

Δυστυχώς το αποτέλεσμα ήταν άκρως απογοητευτικό. Η ιδέα του βιβλίου είναι πραγματικά καλή και η αρχική ανάπτυξη της ιδέας δείχνει τμήματα της δεξιοτεχνίας και της εξυπνάδας απ΄την οποία ήταν γεμάτο το HHhH. Όμως ξαφνικά, κάπου στην σελίδα 100 αντιλαμβάνεσαι πως παρά την φιλότιμη προσπάθεια, παρά τις ‘αστείες’ σκηνές και την λεπτή (και χοντρή) ειρωνία προς τους γάλλους διανοούμενους, κάπου εκεί αντιλαμβάνεσαι πως δεν φτάνει η ιδέα αυτή αλλά ούτε και η ανάπτυξή της να καλύψει το γεγονός ότι ο Binet το παράκανε.

Το αποτέλεσμα είναι ένα διανοουμενίστικο υποκατάστατο βιβλίου του Νταν Μπράουν με πολύπλοκη πλοκή χωρίς ουσιαστικό νόημα και με κενά απ’ τα οποία θα μπορούσε να χωρέσει ο Τιτανικός. Το χειρότερο όλων όμως είναι η ακατάστατη φλυαρία του βιβλίου που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το μισό σε μέγεθος. Χωρίς αμφιβολία υπάρχουν δεκάδες έλληνες συγγραφείς που γράφουν καλύτερα βιβλία και με καλύτερο τρόπο από τον Binet. [Κάποια στιγμή ίσως θα πρέπει να αρχίσουμε να το βλέπουμε αυτό πριν εκθειάζουμε τον κάθε δευτεροκλασάτο συγγραφέα που τυχαίνει να μεταφράζεται].

Ο λόγος που το δεύτερο βιβλίο είναι τόσο κρίσιμο είναι γιατί τις περισσότερες φορές ο συγγραφέας υπερεκτιμά τις δυνατότητές του σε σχέση και με την κριτική που εισπράττει το πρώτο του βιβλίο και έτσι βάζει ένα στόχο πολύ πέρα από τις συγγραφικές και προσωπικές του δυνάμεις. Ο ώριμος συγγραφέας είναι αυτός που καλύπτει την έπαρση της πρώτης επαφής με την κριτική και με τις υπερβολές και φροντίζει να καλύψει τα κενά του στο επόμενο βιβλίο. Γιατί η γραφή είναι μια προσωπική εξέλιξη που θα πρέπει να την κατευθύνεις με τον καλύτερο τρόπο ώστε να μην αφήσεις να σε κατευθύνει η αδυναμία, η αλαζόνεια και η υπερβολή. Οι οποίες, ειδικά αν δεν έχεις βύσμα στον χώρο των κριτικών και των μίντια, οδηγούν στη σαβούρα, στην βαρεμάρα και στην τελική εξαφάνιση.

Πολύ κρίμα για τον Binet… Ευτυχώς υπάρχουν και τα τρίτα βιβλία.

‘The Underground Railroad’, Colson Whitehead

•Απρίλιος 3, 2017 • Σχολιάστε

Ιδου λοιπόν το πρόβλημά μου: Πότε και γιατί ένα καλογραμμένο βιβλίο δε μας ταιριάζει; Παλίότερα είχα γράψει για τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ πως μου θυμιίζουν λίγο την σχέση που έχω με την Νικόλ Κίντμαν (ωραία γυναίκα, αλλα δίπλα της ένα βιβλίο και ένα ζεστό κακάο είναι προτιμότερα…). Το ίδιο ακριβώς αλλά για διαφορετικούς λόγους στις λεπτομέρειές του ένιωθα διαβάζοντας το Underground Railroad και το ζήτημα είναι τι ακριβώς κάνεις σ’ αυτήν την περίπτωση; α) νιώθεις ενοχές γιατί δε μπορείς να υψώσεις διθυράμβους για ένα βιβλίο που άρεσε σε ‘όλους’; β) υψώνεις διθυράμβους γιατί έτσι πρέπει γ) απλά πας στο επόμενο και δεν ασχολείσαι; Ταλαντευόμενος ανάμεσα στο α και στο γ σκέφτομαι πως τελικά ίσως παίρνω τις αναγνώσεις μου πιο σοβαρά από ότι πρέπει και ως θα έπρεπε να χαλαρώσω λίγο…

Σε κάθε περίπτωση το Underground Railway, μια φανταστική ιστορία απόδρασης σκλάβων προς το βορά, με άφησε εντελώς ανικανοποίητο τελικά παρόλη την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δομή της και την εξαιρετική γραφή του Whitehead ο οποίος όπως και με το προηγούμενό του το Zone One αποδικνύεει πως ξέρει να γράφει και ξέρει να γράφει πολύ καλά. Όμως το απόλυτο στυλ και η εξαιρετική ροή της γλώσσας προφανώς και δεν εξασφαλίζουν την σύνδεση του αναγνώστη με το κείμενο (στην δικιά μου περίπτωση τουλάχιστον). Κανείς απ’ τους ηρωες του βιβλίου δεν πέρασε το κατώφλι της καρικατούρας για μένα και κανείς από τους ήρωες δεν μπόρεσε να με κάνει να νιώσω την παραμικρή – αρνητική ή θετική – συναισθηματική φόρτιση που ένα βιβλίο με τέτοιο θέμα θα μπορούσε να έχει. Το να χρειάζεται να περάσω εγώ το κατώφλι για να φτάσω τους ήρωες και να ασχοληθώ μαζί τους είναι μάλλον ελάττωμα και απλά πλέον είμαι αρκετά ώριμος αναγνώστης ώστε να μπορώ όχι μόνο να μη θέλω να το κάνω αλλά να προσπαθώ και να το αποφύγω όταν το συναντώ, σαν τρικ που δε μου ταιριάζει.

Ένα άλλο επίσης θέμα που αξίζει την συζήτηση είναι το θέμα της ποιητικής άδειας. Ο Whitehead ‘εφευρίσκει’ σιδηροδρόμους με συμβολικό τρόπο εκεί που δεν υπήρχαν στο πλαίσιο ενός καθαρά ιστορικού μυθιστορήματος. Η συγκεκριμένη απόφαση του Whitehead είναι προτέρημα ή ελάττωμα σε ένα βιβλίο και κατά πόσο ο αναγνώστης μπορεί να ξεχωρίσει αυτή την ποιητική άδεια από την πραγματικότητα; Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με την συγκεκριμένη απόφαση του Whitehead, ίσως μάλιστα να την θεωρώ ένα από τα προτερήματα του βιβλίου, όμως εκεί που τόσο εύκολα μπορείς να ξεπεράσεις την ποιητική αυτή άδεια του Whitehead σ’ αυτό το βιβλίο, μπορείς να αντιληφθείς πόσο επικίνδυνα είναι τα πράγματα με τα ιστορικά μυθιστορήματα σε άλλα βιβλία ακριβώς γιατί κυριαρχεί η ταύτιση του ιστορικού μυθιστορήματος με την ιστορία. Και φυσικά τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο λανθασμένο απ΄ αυτό. Άλλο η Ιστορία και άλλο το ιστορικό μυθιστόρημα και δυστυχώς τίποτε δε θα μπορούσε να είναι πιο αφελές από αυτήν την ταύτιση – μόλις πριν λίγες μέρες είδα μια διαφήμιση στο facebook με τίτλο ΄Μάθετε Ιστορία διαβάζοντας αυτά τα ιστορικά μυθιστορήματα… Καιρός να ξεπεράσουμε αυτή την πλάνη της εποχής, (κι αυτή την πτώση της ιστορίας σ’ αυτό το χάζό επίπεδο μονοδιάστατης ‘γνώσης’) και να αντιμετωπίζουμε το ιστορικό μυθιστόρημα γι αυτό που είναι: ένα μυθιστόρημα. Το Underground Railroad ας είναι το μυθιστόρημα σημαία γι αυτή την αλλαγή νοοτροπίας (το οποίο συνεισφέρει στα συνολικά θετικά του βιβλίου…).

‘Geek Love’, Katherine Dunn

•Μαρτίου 20, 2017 • Σχολιάστε

Τα πράγματα κάποιες φορές είναι απλά: Η τύχη φέρνει στον δρόμο μας εκπληκτικά βιβλία που κανένας σχεδόν δε θα μας τα πρότεινε (καθότι η μόδα στο χώρο του βιβλίου λειτουργεί με ισοπεδωτικό τρόπο). Παρόλο που έχω πει στον εαυτό μου δεκάδες φορές ότι δεν θέλω να ρισκάρω στα βιβλία που επιλέγω να διαβάσω, παρόλο που έχω πιαστεί βλάκας δεκάδες φορές παρασυρμένος από ευκαιριακές σαχλαμάρες που για χι και ψι λόγους πλασάρονται ως ‘αριστουργήματα’, ‘διαμαντάκια’, κλπ, η τύχη που φέρνει βιβλία σαν το Geek Love στις αναγνώσεις μου με κάνει να ξεχνάω όλες τις αποτυχίες και να με κάνει να συνεχίζω να ρισκάρω.

Τίποτε δεν είναι συνηθισμένο στο Geek Love, όπως τίποτε δεν είναι συνηθισμένο και στην ίδια την Katherine Dunn, και μια απλή επίσκεψη στην Wikipedia που αναγράφεται το βιογραφικό της είναι αρκετή να σας πείσει. Στο Geek Love το στόρυ περιστρέφεται ανάμεσα σε μια ομάδα ‘φρικιών’ ενός τσίρκου τα οποία έχουν δημιουργηθεί με τεχνητό τρόπο. Όμως η συμπεριφορά και οι σχέσεις των ‘φρικιών’ μεταξύ τους θυμίζει την καθημερινότητα μιας ‘τυχαίας μέρας στο γραφείο’ με έναν συμβολικό και εξαιρετικά ειρωνικό τρόπο. Παράλληλα η Dunn εξετάζει με έναν βαθύ τρόπο το αν οι συμπεριφορές των ανθρώπων είναι γονιδιακές ή ορίζονται από τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν ενώ η μίνι μελέτη της για την δημιουργία καλτ πληθυσμών, αν και λίγο απλουστετική σε σημεία, περιέχει αλήθειες που δύσκολα μπορείς να αρνηθείς.

Απο εκεί και πέρα το ίδιο το στυλ του βιβλίου είναι τόσο ξεχωριστό στην ανάπτυξή του που απέχει πολύ από το να πέσει στην λογική του βαρετού και του τετριμμένου. Ίσως να είναι ελαφρώς υπερβολή, όμως την ίδια έκπληξη που γνώρισα στα 23 μου όταν διάβασα το Gravity’s Rainbow, θεωρώ πως θα είχα γνωρίσει αν διάβαζα το Geek Love απλά γιατί θα άνοιγε τους ορίζοντές μου για το τι ακριβώς μπορεί να κάνει ένα μυθιστόρημα.

Γιατί όμως ένα τέτοιο βιβλίο είναι ξεχασμένο σχεδόν ή τουλάχιστον δεν ακούγεται με τους ίδιους διθυράμβους που ακούγονται άλλα πολύ πιο μέτρια; Θεωρώ πως δυο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της λήθης: πρώτα απ΄όλα πως ο συγγραφέας είναι γυναίκα και δεύτερον πως πρόκειται για συγγραφέα βρίσκεται στο γενικότερο περιθώριο και όχι στο κέντρο του λογοτεχνικού κατεστημένου. Το Geek Love μπορεί να έχει παγκοσμίως τους οπαδούς του και να ανήκει στην κάλτ λογοτεχνία όμως η ιδιότητα αυτή του βιβλίου είναι εσωτερική και πηγάζει από την δύναμη του κειμένου και όχι από τις οποιεσδήποτε δημόσιες σχέσεις και παρουσία της Dunn. (Νομίζω αντίστοιχο είναι το παράδειγμα του Jim Dodge).

Τέλος να επαναλάβω πως ευτυχώς που υπάρχουν βιβλία σαν το Geek Love που ξεπλένουν λίγο την πίστη μας στη λογοτεχνία και τη δύναμή της. Ευτυχώς που η τύχη τα ρίχνει στα μάτια μας. Ευτυχώς που μας κάνουν να πιστεύουμε ακόμη ότι δεν είναι όλα βαρετά και τετριμμένα και πως στο επόμενο βιβλίο θα βρούμε άλλο ένα αριστούργημα που μπορεί να είναι ξεχασχμένο όμως κρύβει όση ενέργεια συμπεριλαμβάνουν όλες οι ΄εκδοτικές διαφημίσεις’ που πηγαινοέρχονται στο διαδίκτυο.

‘Trivialities About Me and Myself’, Yeng Pway Ngon

•Μαρτίου 13, 2017 • Σχολιάστε

Για πολλά χρόνια ένιωθα μια εσωτερική αδυναμία που δε μου επέτρεπε να διαβάσω ασιάτες συγγραφείς. Η αδυναμία οφειλόταν περισσότερο στο ότι δεν γνώριζα – και ούτε και γνωρίζω – αρκετά για την ζωή και τον πολιτισμό της και έτσι η προσπάθεια να διαβάσω κάτι από την λογοτεχνία τους θα οδηγούσε σε τεράστια αποτυχία [το να προσπαθήσεις να γνωρίσεις τον πολιτισμό μες απ΄την λογοτεχνία είναι μάλλον σαν να προσπαθείς να καταλάβεις την γεύση ενός φαγητού μόνο από την μυρωδιά του]. Παρόλα αυτά ξεπερνώντας αυτό το ‘εμπόδιο’ προσπάθησα κάποιες φορές να διαβάσω Κινέζους και Ιάπωνες συγγραφεις με μέτρια ως κακά αποτελέσματα, και έτσι η αδυναμία συνεχίζεται… Οι μόνες εξαιρέσεις είναι ο Μισίμα και ο Μουρακάμι οι οποίοι ανήκουν και οι δύο στον ‘Δυτικό Κανόνα’ και μάλιστα ο Μουρακάμι θα έλεγα πως ανήκει στο παράδειγμα μιας παγκοσμιοποημένης γραφής που ακολουθεί δικούς της κανόνες. Είναι κρίμα όμως που ο Μουρακάμι εκφράζει με τον χειρότερο τρόπο (πλέον) αυτή την μανιέρα γραφής.

Ο Yeng Pway Ngon είναι μάλλον ο πιο γνωστός Σινγκαπουριανός συγγραφέας και η επιλογή μου να διαβάσω ένα από τα βιβλία του ήταν ένα σχεδόν τυχαίο γεγονός που προέκυψε στο ταξίδι μου στην Σιγκαπούρη τον περασμένο Οκτώβριο. Είναι περίεργη ‘χώρα’ η Σιγκαπούρη και η περίεργη θέση της στην κόψη ανάμεσα στην Ανατολή και την Δύση θέωρησα ότι στήνει ένα πρόσφορο έδαφος για ενδιφέρουσα λογοτεχνία.

Είχα δίκαιο. Το Trivialities About Me and Myself είναι ένα ενδιαφέρον αφήγημα που στο μεγαλύτερο μέρος του θυμίζει μια καθαρά δυτική εσωστρεφή ανάλυση μιας διχασμένης προσωπικότητας που θα ταίριαζε στον Philip Roth (ή στον Αλμπέρτο Μοραβία) όμως έχει οι ‘ανατολικές’ λεπτομέρειες το κάνουν εντελώς ξεχωριστό. Πίσω από την ιστορία μας ζωής που διώχνει και αποζητά τον ‘εαυτό’ της κρύβεται η συμβολική εξέλιξη της πόλης – κράτους Σιγκαπούρης από την ίδρυσή της ως και σήμερα.

Έτσι, το το αποτέλεσμα είναι ένα περίεργο σύμπλεγμα σύγχρονων ιστορικών αναφορών, αφορισμών για την άκρως περίεργη ζωή της Σιγκαπούρης, αλλά και προσωπικών αναζήτήσεων που αφορούν έναν σύγρονο άνθρωπο που ακροβατεί ανάμεσα στην παράδοση και την παγκοσμιοίηση. Η οποτική γωνία από την οποία προέρχεται αυτή η καταγραφή για μένα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και έτσι το χάρηκα το βιβλίο αν και νιώθω πλέον την δίψα για περισσότερα βιβλία από την ευρύτερη περιοχή.

 
Αρέσει σε %d bloggers: