‘The Underground Railroad’, Colson Whitehead

•Απρίλιος 3, 2017 • Σχολιάστε

Ιδου λοιπόν το πρόβλημά μου: Πότε και γιατί ένα καλογραμμένο βιβλίο δε μας ταιριάζει; Παλίότερα είχα γράψει για τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ πως μου θυμιίζουν λίγο την σχέση που έχω με την Νικόλ Κίντμαν (ωραία γυναίκα, αλλα δίπλα της ένα βιβλίο και ένα ζεστό κακάο είναι προτιμότερα…). Το ίδιο ακριβώς αλλά για διαφορετικούς λόγους στις λεπτομέρειές του ένιωθα διαβάζοντας το Underground Railroad και το ζήτημα είναι τι ακριβώς κάνεις σ’ αυτήν την περίπτωση; α) νιώθεις ενοχές γιατί δε μπορείς να υψώσεις διθυράμβους για ένα βιβλίο που άρεσε σε ‘όλους’; β) υψώνεις διθυράμβους γιατί έτσι πρέπει γ) απλά πας στο επόμενο και δεν ασχολείσαι; Ταλαντευόμενος ανάμεσα στο α και στο γ σκέφτομαι πως τελικά ίσως παίρνω τις αναγνώσεις μου πιο σοβαρά από ότι πρέπει και ως θα έπρεπε να χαλαρώσω λίγο…

Σε κάθε περίπτωση το Underground Railway, μια φανταστική ιστορία απόδρασης σκλάβων προς το βορά, με άφησε εντελώς ανικανοποίητο τελικά παρόλη την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δομή της και την εξαιρετική γραφή του Whitehead ο οποίος όπως και με το προηγούμενό του το Zone One αποδικνύεει πως ξέρει να γράφει και ξέρει να γράφει πολύ καλά. Όμως το απόλυτο στυλ και η εξαιρετική ροή της γλώσσας προφανώς και δεν εξασφαλίζουν την σύνδεση του αναγνώστη με το κείμενο (στην δικιά μου περίπτωση τουλάχιστον). Κανείς απ’ τους ηρωες του βιβλίου δεν πέρασε το κατώφλι της καρικατούρας για μένα και κανείς από τους ήρωες δεν μπόρεσε να με κάνει να νιώσω την παραμικρή – αρνητική ή θετική – συναισθηματική φόρτιση που ένα βιβλίο με τέτοιο θέμα θα μπορούσε να έχει. Το να χρειάζεται να περάσω εγώ το κατώφλι για να φτάσω τους ήρωες και να ασχοληθώ μαζί τους είναι μάλλον ελάττωμα και απλά πλέον είμαι αρκετά ώριμος αναγνώστης ώστε να μπορώ όχι μόνο να μη θέλω να το κάνω αλλά να προσπαθώ και να το αποφύγω όταν το συναντώ, σαν τρικ που δε μου ταιριάζει.

Ένα άλλο επίσης θέμα που αξίζει την συζήτηση είναι το θέμα της ποιητικής άδειας. Ο Whitehead ‘εφευρίσκει’ σιδηροδρόμους με συμβολικό τρόπο εκεί που δεν υπήρχαν στο πλαίσιο ενός καθαρά ιστορικού μυθιστορήματος. Η συγκεκριμένη απόφαση του Whitehead είναι προτέρημα ή ελάττωμα σε ένα βιβλίο και κατά πόσο ο αναγνώστης μπορεί να ξεχωρίσει αυτή την ποιητική άδεια από την πραγματικότητα; Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με την συγκεκριμένη απόφαση του Whitehead, ίσως μάλιστα να την θεωρώ ένα από τα προτερήματα του βιβλίου, όμως εκεί που τόσο εύκολα μπορείς να ξεπεράσεις την ποιητική αυτή άδεια του Whitehead σ’ αυτό το βιβλίο, μπορείς να αντιληφθείς πόσο επικίνδυνα είναι τα πράγματα με τα ιστορικά μυθιστορήματα σε άλλα βιβλία ακριβώς γιατί κυριαρχεί η ταύτιση του ιστορικού μυθιστορήματος με την ιστορία. Και φυσικά τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο λανθασμένο απ΄ αυτό. Άλλο η Ιστορία και άλλο το ιστορικό μυθιστόρημα και δυστυχώς τίποτε δε θα μπορούσε να είναι πιο αφελές από αυτήν την ταύτιση – μόλις πριν λίγες μέρες είδα μια διαφήμιση στο facebook με τίτλο ΄Μάθετε Ιστορία διαβάζοντας αυτά τα ιστορικά μυθιστορήματα… Καιρός να ξεπεράσουμε αυτή την πλάνη της εποχής, (κι αυτή την πτώση της ιστορίας σ’ αυτό το χάζό επίπεδο μονοδιάστατης ‘γνώσης’) και να αντιμετωπίζουμε το ιστορικό μυθιστόρημα γι αυτό που είναι: ένα μυθιστόρημα. Το Underground Railroad ας είναι το μυθιστόρημα σημαία γι αυτή την αλλαγή νοοτροπίας (το οποίο συνεισφέρει στα συνολικά θετικά του βιβλίου…).

‘Geek Love’, Katherine Dunn

•Μαρτίου 20, 2017 • Σχολιάστε

Τα πράγματα κάποιες φορές είναι απλά: Η τύχη φέρνει στον δρόμο μας εκπληκτικά βιβλία που κανένας σχεδόν δε θα μας τα πρότεινε (καθότι η μόδα στο χώρο του βιβλίου λειτουργεί με ισοπεδωτικό τρόπο). Παρόλο που έχω πει στον εαυτό μου δεκάδες φορές ότι δεν θέλω να ρισκάρω στα βιβλία που επιλέγω να διαβάσω, παρόλο που έχω πιαστεί βλάκας δεκάδες φορές παρασυρμένος από ευκαιριακές σαχλαμάρες που για χι και ψι λόγους πλασάρονται ως ‘αριστουργήματα’, ‘διαμαντάκια’, κλπ, η τύχη που φέρνει βιβλία σαν το Geek Love στις αναγνώσεις μου με κάνει να ξεχνάω όλες τις αποτυχίες και να με κάνει να συνεχίζω να ρισκάρω.

Τίποτε δεν είναι συνηθισμένο στο Geek Love, όπως τίποτε δεν είναι συνηθισμένο και στην ίδια την Katherine Dunn, και μια απλή επίσκεψη στην Wikipedia που αναγράφεται το βιογραφικό της είναι αρκετή να σας πείσει. Στο Geek Love το στόρυ περιστρέφεται ανάμεσα σε μια ομάδα ‘φρικιών’ ενός τσίρκου τα οποία έχουν δημιουργηθεί με τεχνητό τρόπο. Όμως η συμπεριφορά και οι σχέσεις των ‘φρικιών’ μεταξύ τους θυμίζει την καθημερινότητα μιας ‘τυχαίας μέρας στο γραφείο’ με έναν συμβολικό και εξαιρετικά ειρωνικό τρόπο. Παράλληλα η Dunn εξετάζει με έναν βαθύ τρόπο το αν οι συμπεριφορές των ανθρώπων είναι γονιδιακές ή ορίζονται από τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν ενώ η μίνι μελέτη της για την δημιουργία καλτ πληθυσμών, αν και λίγο απλουστετική σε σημεία, περιέχει αλήθειες που δύσκολα μπορείς να αρνηθείς.

Απο εκεί και πέρα το ίδιο το στυλ του βιβλίου είναι τόσο ξεχωριστό στην ανάπτυξή του που απέχει πολύ από το να πέσει στην λογική του βαρετού και του τετριμμένου. Ίσως να είναι ελαφρώς υπερβολή, όμως την ίδια έκπληξη που γνώρισα στα 23 μου όταν διάβασα το Gravity’s Rainbow, θεωρώ πως θα είχα γνωρίσει αν διάβαζα το Geek Love απλά γιατί θα άνοιγε τους ορίζοντές μου για το τι ακριβώς μπορεί να κάνει ένα μυθιστόρημα.

Γιατί όμως ένα τέτοιο βιβλίο είναι ξεχασμένο σχεδόν ή τουλάχιστον δεν ακούγεται με τους ίδιους διθυράμβους που ακούγονται άλλα πολύ πιο μέτρια; Θεωρώ πως δυο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της λήθης: πρώτα απ΄όλα πως ο συγγραφέας είναι γυναίκα και δεύτερον πως πρόκειται για συγγραφέα βρίσκεται στο γενικότερο περιθώριο και όχι στο κέντρο του λογοτεχνικού κατεστημένου. Το Geek Love μπορεί να έχει παγκοσμίως τους οπαδούς του και να ανήκει στην κάλτ λογοτεχνία όμως η ιδιότητα αυτή του βιβλίου είναι εσωτερική και πηγάζει από την δύναμη του κειμένου και όχι από τις οποιεσδήποτε δημόσιες σχέσεις και παρουσία της Dunn. (Νομίζω αντίστοιχο είναι το παράδειγμα του Jim Dodge).

Τέλος να επαναλάβω πως ευτυχώς που υπάρχουν βιβλία σαν το Geek Love που ξεπλένουν λίγο την πίστη μας στη λογοτεχνία και τη δύναμή της. Ευτυχώς που η τύχη τα ρίχνει στα μάτια μας. Ευτυχώς που μας κάνουν να πιστεύουμε ακόμη ότι δεν είναι όλα βαρετά και τετριμμένα και πως στο επόμενο βιβλίο θα βρούμε άλλο ένα αριστούργημα που μπορεί να είναι ξεχασχμένο όμως κρύβει όση ενέργεια συμπεριλαμβάνουν όλες οι ΄εκδοτικές διαφημίσεις’ που πηγαινοέρχονται στο διαδίκτυο.

‘Trivialities About Me and Myself’, Yeng Pway Ngon

•Μαρτίου 13, 2017 • Σχολιάστε

Για πολλά χρόνια ένιωθα μια εσωτερική αδυναμία που δε μου επέτρεπε να διαβάσω ασιάτες συγγραφείς. Η αδυναμία οφειλόταν περισσότερο στο ότι δεν γνώριζα – και ούτε και γνωρίζω – αρκετά για την ζωή και τον πολιτισμό της και έτσι η προσπάθεια να διαβάσω κάτι από την λογοτεχνία τους θα οδηγούσε σε τεράστια αποτυχία [το να προσπαθήσεις να γνωρίσεις τον πολιτισμό μες απ΄την λογοτεχνία είναι μάλλον σαν να προσπαθείς να καταλάβεις την γεύση ενός φαγητού μόνο από την μυρωδιά του]. Παρόλα αυτά ξεπερνώντας αυτό το ‘εμπόδιο’ προσπάθησα κάποιες φορές να διαβάσω Κινέζους και Ιάπωνες συγγραφεις με μέτρια ως κακά αποτελέσματα, και έτσι η αδυναμία συνεχίζεται… Οι μόνες εξαιρέσεις είναι ο Μισίμα και ο Μουρακάμι οι οποίοι ανήκουν και οι δύο στον ‘Δυτικό Κανόνα’ και μάλιστα ο Μουρακάμι θα έλεγα πως ανήκει στο παράδειγμα μιας παγκοσμιοποημένης γραφής που ακολουθεί δικούς της κανόνες. Είναι κρίμα όμως που ο Μουρακάμι εκφράζει με τον χειρότερο τρόπο (πλέον) αυτή την μανιέρα γραφής.

Ο Yeng Pway Ngon είναι μάλλον ο πιο γνωστός Σινγκαπουριανός συγγραφέας και η επιλογή μου να διαβάσω ένα από τα βιβλία του ήταν ένα σχεδόν τυχαίο γεγονός που προέκυψε στο ταξίδι μου στην Σιγκαπούρη τον περασμένο Οκτώβριο. Είναι περίεργη ‘χώρα’ η Σιγκαπούρη και η περίεργη θέση της στην κόψη ανάμεσα στην Ανατολή και την Δύση θέωρησα ότι στήνει ένα πρόσφορο έδαφος για ενδιφέρουσα λογοτεχνία.

Είχα δίκαιο. Το Trivialities About Me and Myself είναι ένα ενδιαφέρον αφήγημα που στο μεγαλύτερο μέρος του θυμίζει μια καθαρά δυτική εσωστρεφή ανάλυση μιας διχασμένης προσωπικότητας που θα ταίριαζε στον Philip Roth (ή στον Αλμπέρτο Μοραβία) όμως έχει οι ‘ανατολικές’ λεπτομέρειες το κάνουν εντελώς ξεχωριστό. Πίσω από την ιστορία μας ζωής που διώχνει και αποζητά τον ‘εαυτό’ της κρύβεται η συμβολική εξέλιξη της πόλης – κράτους Σιγκαπούρης από την ίδρυσή της ως και σήμερα.

Έτσι, το το αποτέλεσμα είναι ένα περίεργο σύμπλεγμα σύγχρονων ιστορικών αναφορών, αφορισμών για την άκρως περίεργη ζωή της Σιγκαπούρης, αλλά και προσωπικών αναζήτήσεων που αφορούν έναν σύγρονο άνθρωπο που ακροβατεί ανάμεσα στην παράδοση και την παγκοσμιοίηση. Η οποτική γωνία από την οποία προέρχεται αυτή η καταγραφή για μένα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και έτσι το χάρηκα το βιβλίο αν και νιώθω πλέον την δίψα για περισσότερα βιβλία από την ευρύτερη περιοχή.

‘Lincoln in the Bardo’, George Saunders

•Μαρτίου 6, 2017 • Σχολιάστε

Υπάρχουν δυο λόγοι για τους οποίους τελειώνω ένα βιβλίο γρήγορα αυτή την εποχή. Ή πρόκειται για βιβλίο που λατρεύω και δε μπορώ να τ’ αφήσω απ΄τα χέρια μου ή πρόκειται για βιβλίο που δε μ’ αρέσει καθόλου, που θέλω να το τελειώσω γρήγορα για να πάω σε κάτι καλύτερο και που απλά διαβάζω γρήγορα (αλλά όχι διαγώνια) γιατί απλά δεν έχει τίποτε να μου πεί. Κάποια στιγμή, όταν μεγαλώσω, όταν ωριμάσω σανα ανγνώστης θα μάθω και να σταματάω να διαβάζω τα βιβλία που δε μ’ αρέσουν χωρίς να τα χω τελειώσει.

Δυστυχώς το Lincoln in the Bardo το τέλειωσα μέσα σε 2-3 μέρες για τον δεύτερο λόγο. Μπορεί το βιβλίο με το περίεργο τιυ στυλ να με ξένισε λίγο στην αρχή και να περίμενα σιγά σιγά ή να αλλάξει αυτό ή να αλλάξω εγώ την στάση μου προς το περίεργο στυλ του, όμως καθώς έμπαινα περισσότερο μέσα στο πλαίσιό του ένιωθα πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια απόλυτη αποτυχία.

Ένα στόρι το οποίο θα άξιζε να γίνει ένα καλό διήγημα διογκώθηκε σε μέγεθος μυθιστορήματος και κατέληξε σε ένα ανάξιο λόγου κείμενο για το οποίο όσα καλά λόγια τύχει να διαβάσω σε άλλες κριτικές απλά θα αναφωνήσω ‘What planet are you on??’. Και ο ίδιος ο Saunders ‘What on Earth what were you thinking mate?’.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μάθημα προς αποφυγή, για το πως παίρνεις κάτι που έχει δυναμική και το καταστρέφεις. Τι κρίμα για τον Saunders!

‘Omon Ra’, Victor Pelevin

•Φεβρουαρίου 28, 2017 • Σχολιάστε

screen-shot-2017-02-28-at-09-18-57

Όλα τα αγόρια της εποχής μου ήθελαν να γίνουν αστροναύτες. Η δεκαετίες του 60 και του 70 ήταν γεμάτες από ένα όραμα για τον άνθρωπο που είχε ξεπεράσει τα όρια του πλανήτη, η φαντασία είχε συνδεθεί με την πραγματικότητα, το σταρ τρεκ, το σταρ γουορς, η οδύσσεια του διαστήματος, το σολάρις, δεν ήταν απλά χολλυγουντιανά κατασκευάσματα αλλά στηρίζονταν στην επιστήμη και την τεχνολογία που βρσκόταν δίπλα μας και αποτελούσε καθημερινό μας θέμα συζήτησης και κάθε χρόνο νιώθαμε πως πηγαίναμε μακρύτερα ψηλότερα ανοίγοντας νέους δρόμους where no man has gone before.

[Λυπάμαι τα νέα παιδιά που η μόνη τους διέξοδος είναι να βρουν μια θέση στην αστυνομία και την πυροσβεστική για να έχουν μόνιμη δουλειά. Λυπάμαι τα παιδιά που το μακρινότερό τους όνειρο είναι μια θέση σε ένα ριάλιτι και μια εφήμερη δόξα χωρίς νόημα και ουσία. Αν υπάρχει κάτι που αντικατοπτρίζει περισσότερο την κρίση μας είναι ακριβώς αυτή η στενότητα στις φιλοδοξίες των νέων παιδιών που περιορίζονται τόσο σε μια ψεύτικη και μάταιη παροδικότητα]

Φαίνεται λοιπόν ότι ακριβώς την ίδια άισθηση που είχαμε και μεις είχαν και τα παιδιά, στην απέναντι πλευρά του ψυχρού πολέμου στην Σοβιετική Ένωση. Και φαίνεται πως με τον ίδιο τρόπο που και μεις ονειρευόμασταν το διάστημα το ιδιο και εκείνα τα παιδιά έψαχναν την διέξοδό τους μακρυά από τον πλανήτη. Αλλά και μακριά από την ίδια την Σοβιετική Ένωση. Όμως όπως σχεδόν όλα όσα γινόταν εκείνες τις δεκαετίες στη Σοβιετική Ένωση χαρακτηριζόταν από δόσεις τραγωδίας αλλά και κωμωδίας το ίδιο ίσχυε και για την διαστημική τεχνολογία και για τους ανθρώπους που την υποστήριζαν.

[Λίγοι ίσως θυμούνται το διαστημικό λεωφορείο της Σοβιετικής Ένωσης ρτο Μπουράν, που έκανε μόλις μια μη-επανδρωμένη πτήση το 1988 λίγο πριν ‘το τέλος’. Οι εγκαταστάσεις του στο Μπαικονούρ σήμερα, ύστερα από δισεκκατομμύρια ‘πεταμένα’ ρούβλια αποτελούν την μια από τις πιο τραγικές εικόνες σήμερα πάνω στον πλανήτη. Ίσως ελαφρώς πιο τραγική απ΄τις εγκαταστάσεις των Ολυμπιακών του 2004…]

Το Ομον Ρα είναι μια μικρή νουβέλα για την διαστημική τεχνολογία στην Σοβιετική Ένωση και για τα όνειρα που οδηγούνται στην απρόσμενη (;) καταστροφή. Πίσω απ΄την τραγωδία αλλά και την κωμωδία που εκτυλίσσεται σε λίγες πυκνές σελίδες βρίσκεται ο απόλυτος συμβολισμός για την Σοβιετική κοινωνία που ξεκινάει από την νατουραλιστική αναπαράσταση και καταλήγει σε κάτι τόσο σουρρεαλιστικό που μπορεί να ξεπερνάει την γραμμή του κωμικού, όμως τελικά ανήκει σε μια πραγματικότητα που – μάλλον – όσοι την έζησαν μπορούν να την καταλάβουν…

Δε θα έλεγα ότι πρόκειται για έναν αριστούργημα της Ρώσικης λογοτεχνίας όμως ο Pelevin είναι συγγραφέας που γράφει ενδιαφέρονται βιβλία (παλιότερα είχα διαβάσει το The Hall of Singing Caryatids που ειναι ακόμη πιο σουρρεαλιστικό αν και αναφέρεται στην κατοπινή εποχή των ρώσων μεγιστάνων) και ενταγμένα με τον καλύτερο τρόπο στην ρώσικη κοινωνία. Η παράδοση του Μπουλγκάκοφ φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά στο πρόσωπό του Pelevin με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

‘Mr Sammler’s Planet’, Saul Bellow

•Φεβρουαρίου 14, 2017 • Σχολιάστε

Η ανάγνωση του Mr Sammler’s Planet σηματοδοτεί για μένα μια μικρή νίκη. Ο λόγος είναι πως προσπάθησα δυο φορές στο παρελθόν να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο – γύρω στα 18-19 μου χρόνια – και τις δυό φορές απέτυχα. Το παιδικό τραύμα που μου προκάλεσε αυτή η αδυναμία διατηρήθηκε για πάνω από είκοσι χρόνια μια που αρνούμουν να προσπαθήσω να διαβάσω άλλο βιβλίο του Bellow. Θεωρώ αυτή την μεγαλύτερη αναγνωστική μου ήττα που μου στέρησε έναν τεράστιο συγγραφέα για πολλά χρόνια και μάθημα ζωής για το ότι δε πρέπει ποτέ να κάνεις πράγματα – ή να προσπαθείς να κάνεις πράγματα – πριν να είναι η ώρα τους.

Τριάντα σχεδόν χρόνια αργότερα το Mr Sammler’s Planet αναδεικνύεται σαν άλλο ένα εκπληκτικό βιβλίο που με τον χαρακτηριστικό τρόπο του Bellow είναι τόσο διαφορετικό από όλα τα προηγούμενά του και ταυτόχρονα τόσο ίδιο. Είναι να θαυμάζει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο Bellow κατορθώνει να αλλάζει το ύφος των βιβλίων του παίζοντας και με τον εαυτό του και με τον αναγνώστη αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί αυτό το ιδιότυπο στυλ που πηγάζει από την τεράστια διεισδυτική ματιά του σε συνδυασμό και με την πολυμάθεια και την αγάπη του για το βιβλίο και το κείμενο. Και ομολογώ αυτή την ιδιαιτερότητα την έχω συναντήσει σε ελάχιστους συγγραφείς (ίσως μόνο στον Nabokov και στον Borges).

Ο πιο εύκολος τρόπος να χαρακτηρίσω το Mr Sammler’s Planet είναι σαν ένα μυθιστόρημα ιδεών που πηγάζει από την ιδέα ενός εβραίου που έχει επιβιώσει το ολοκάυτωμα και ζει στην Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 60, όμως έχει τόσες πολλές προεκτάσεις που αφορούν αυτό που λέμε την condition humaine. O τρόπος με τον οποίο ο Mr. Sammler αντιμετωπίζει τα ‘σιξτιζ’ και προσπαθεί – εκούσια και ακούσια – να γεφυρώσει τις επαφές του με τους γύρω του και με τον κόσμο που αλλάζει (και που δε θέλει να τον βλέπει να αλλάζει) έρχεται σαν αποτέλεσμα τόσο του παρελθόντος του όσο και του γεγονότος ότι μεγαλώνει και πλησιάζει τον θάνατο – τον δικό του και των άλλων.

Από κεί και πέρα ίσως πλέον να είναι λίγο εκτός εποχής το Mr Sammler’s Planet, και ίσως βλεποντάς το επιφανειακά καθαρά να αντικρύσεις μόνο την σχέση του ηλικιωμένου με τα σίξτις, όμως με μια προσεκτική ματιά βλέπει κανείς πόσο απίστευτα πυκνό είναι σαν μυθιστόρημα και πόσο αριστουργηματικά χτίζεται απ΄τον Bellow σε επίπεδα που ξεφλουδίζονται σιγά σιγά στα μάτια του αναγνώστη. Ίσως ακριβώς γι’ αυτό ήμουν ανεπαρκής σαν άνθρωπος και σαν αναγνώστης για να το διαβάσω στα 19 μου.

‘ White Sands’, Geoff Dyer

•Ιανουαρίου 25, 2017 • Σχολιάστε

20170120_171435

Έψαξα σε αρκετά βιβλιοπωλεία στο Λονδίνο αυτό το τελευταίο βιβλίο του Geoff Dyer χωρίς να καταφέρω να το βρω, και κατέληξα να το βρω στην Σιγκαπούρη τον περασμένο Οκτώβριο – σε εξοργιστική για ευρωπαϊκά δεδομένα τιμή. Μια που το White Sands, (με υπότιτλο Experiences from the Outside World) εύκολα θα μπορούσε να καταταγεί στα ‘ταξιδιωτικά βιβλία’ η αγορά του σ’ αυτόν τον εξωτικό προορισμό ήταν μάλλον η πλέον κατάλληλη, όπως και η κατάλληλη στιγμή να το διαβάσω ήταν μέσα στο αεροπλάνο στο τελευταίο ταξίδι που έκανα.

Από περιέργεια υπολόγισα πριν λίγο πως συνολικά μες στους τελευταίους 12 μήνες έκάνα περίπου 93000 χιλιόμετρα σε αεροπορικά ταξίδια σε τρεις διαφορετικές ηπείρους. Παρόλο που αρκετά απ΄τα ταξίδια ήταν σε περιοχές που δεν είχα ξαναπάει και σε συνθήκες που θα έλεγε κανείς εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ούτε για μια στιγμή δε πέρασε απ΄το μυαλό μου η ιδέα να γράψω κάτι σχετικό με τον προορισμό στον οποίο βρισκόμουν. Ίσως γιατί η διαδικασία του να ‘χωνέψω’ μια περιοχή είναι τόσο αργή για μένα που τελικά δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να γράψω γι αυτήν. Ίσως πάλι η ίδια η διαδικασία του ‘χωνέματος’ της περιοχής να είναι εκείνη που ωθεί τον Dyer στο να γράψει…

Από εκεί και πέρα το White Sands είναι αυτό που θα έλεγα κλασικός Dyer: Απλή γλώσσα, αλλά με περίπλοκα νοήματα, μίξη της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα, συνειρμική ανάλυση, προσωπικά στοιχεία απ΄το παρελθόν του που σε φέρνουν πιο κοντά στο κείμενο σε σχέση με την ψυχρή δοκιμιακή μορφή που θα μπορούσαν να έχουν. Το σύνολο που δημιουργείται είναι καθόλα ευχάριστο και σε πολλά τμήματα σπέρνει όρεξη και ερωτήματα που θέλουν περισσότερη ανάλυση, που σε οδηγούν να διαβάσεις περισσότερα ή τουλάχιστον να τα ψάξεις στο ίντερνετ. Όμως ομολογώ ότι τελικά, ύστερα από αρκετά κείμενα σ’ αυτή την μορφή και ύστερα και από το Zone, το βαρέθηκα αυτό το στυλ και θα ήθελα από τον Dyer να γράψει κάτι πιο ώριμο και κάτι πιο διαφορετικό. Γιατί τελικά δε μου φτάνει αυτή η ημιτελής ανάπτυξη που δεν οδηγεί πουθενά, δε μου φτάνει η αίσθηση ότι ο Dyer ξέρει κάτι παραπάνω που δεν μπορεί ή δε θέλει να μοιραστεί μαζί μας…

Τελικά νομίζω μόνο μια φορά έγραψα ένα κείμενο αντίστοιχο μέ αυτό των White Sands: Το 217, 33 Street, Manhattan Beach, LA ήταν μάλλον ο δικός μου τρόπος να χωνέψω αυτό το προσκύνημα, ακριβώς όπως και ο Dyer έχει ένα δικό του προσκύνημα στο βιβλίο…

 
Αρέσει σε %d bloggers: