‘Αύγουστος’, John Williams

•Δεκέμβριος 21, 2017 • Σχολιάστε

Η δημιουργία ενός ορειχάλκινου αγάλματος έχει αρκετά στάδια. Ένα απ’ αυτά αφορά στην δημιουργία του καλουπιού μέσα στο οποιό θα χυθεί τελικά ο λιωμένος ορείχαλκος. Το καλούπι, (το οποίο με την σειρά του φτιάχνεται με μια διαδικασία στην οποία μια κέρινη μορφή του αγάλματος καλύπτεται από ένα κεραμικό υλικό) τελικά σπάζεται για να εμφανιστεί το άγαλμα. Μόνο τότε ο γλύπτης ασχολείται με το ίδιο το ορειχάλκιν άγαλμα για να το καθαρίσει, να το γυαλίσει ή να το σκεπάσει με χημικές ουσίες για να του δώσει την μορφή του. Διαβάζοντας τον Αύγουστο του Williams ένιωθα πως ο συγγραφέας έκανε ακριβώς αυτή τη διαδικασία που μόλις περιέργαψα.

Γραμμένο στο μεγαλύτερο μέρος του σαν μια σειρά επιστολών απ’ τον περίγυρο του Αύγουστου στήνεται σταδιακά το προφίλ, και η εξέλιξη του χαρακτήρα του αυτοκράτορα, ακριβώς όπως ο γλύπτης ασχολείται με το καλούπι χωρίς να ‘αγγίξει’ το ίδιο το υλικό, τον ορείχαλκο που αποτελεί το άγαλμα. Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, και αφού έχει στηθεί ολόκληρο το οικοδόμημα, ο Williams δίνει φωνή στον ίδιο τον Αύγουστο – ασχολείται με τον ορείχαλκο σστον συμβολισμό μας – για να τελειοποιήσει το πορτραίτο και να δώσει λάμψη σ’ όλα όσα προηγήθηκαν.

Ο Williams, δεν χρειάζεται να κάνει κανένα μεταμοντέρνο κόλπο ενός εναξιόπιστου αφηγητή αφού τον ρόλο του αναξιόπιστου αφηγητή τον παίζουν τα πρόσωπα που μοιράζονται τις σκέψεις τους στην αλληλογραφία που ανταλλάσουν. Αυτό κάνει όλη την ανάπτυξη του έργου απίστευτα φυσιολογική αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικά απαιτητική από τον συγγραφέα. Έχοντας γράψει και εγώ ο ίδιος δυο βιβλία πλέον όπου η επιστολογραφία έπαιζε καίριο ρόλο στην εξέλιξη και των δύο μπορώ να βεβαιώσω για το πόσο δύσκολο και ριψοκίνδυνο είναι αυτό το εγχείρημα. Φυσικά ο Williams κατορθώνει να προσπεράσει τους κινδύνους και τις δυσκολίες με τρόπο αριστουργηματικό.

Αν και φαινομενικά, συγκρίνοντάς το με το Stoner θα έλεγε κανείς πως δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο διαφορετικό μυθιστόρημα, η αλήθεια είναι πως σηκώνοντας λίγο την σκόνη της πρώτης άποψης και τα δύο ασχολούνται με ανθρώπινες μορφές – πρότυπα και τα ανδεικνύουν με μοναδικό τρόπο. Και, κυρίως, η ανάπτυξη της έννοιας της εξουσίας και τον μορφών καθώς και του τρόπου με τον οποίο χαράσσεται πάνω στον χαρακτήρα τον ανθρώπων φαίνεται να είναι ένα κοινό υπόβαθρο και στα δύο βιβλία και να λειτουργεί σαν ένας εξιαρετικά ενδιαφέρον μοχλός της σκέψης του Williams.

Το έχω πει αρκετές φορές στο παρελθόν, πως μυθιστορήματα σαν κι αυτό δεν έχουν καμιά σχέση με την Ιστορία – αν και πολλοί αναγνώστε το παρανοούν αυτό. Όσο κι αν ο Williams να στηρίχτηκε στο αρχικό ξύλινο/κέρινο ομοίωμα του στην πραγματική Ιστορία, η ανάπτυξή του, το καλούπι πάνω στο οποίο τελικά δομείται ολόκληρο το βιβλίο είναι αποτέλεσμα πανέξυπνης μυθοπλασίας. Όμως, και δεν είμαι σίγουρος αν αυτό ήταν σκοπός του συγγραφέα ή όχι, τελικά είναι πολύ ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς ολόκληρη την διαδικασία της δημιουργίας της επιστήμης της Ιστορίας, σαν μια μελέτη πάνω σε χιλιάδες μικρά καλούπια που σιγά σιγά δομούν ένα κεντρικό οικοδόμημα. Η ανάπτυξη του Αύγουστου, σε ένα δέυτερο επίπεδο θα μπορούσε να συμβολίζει σε μικρογραφία αυτή την διαδικασία της ιστορικής καταγραφής, αλλά και της ανάπτυξης της επιστήμης της Ιστορίας. Το συγκεκριμένο μάλιστα μπορώ να πω με ιντριγκάρει για προσωπικούς λόγους σαν ιδέα και πολύ θα ήθελα να ήταν στους σκοπούς του Williams.

Δε θα μπορούσα να τελειώσω το συγκεκριμένο κείμενο για τον Αύγουστο χωρίς να σημειώσω κάτι πολύ σημαντικό: Επειδή το διάβασα στα Ελληνικά, σπάνιο για μένα, θέλω να τονίσω ότι η μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου ήταν πραγματικά εξαιρετική. Όχι απλά γιατί δεν βρήκα λάθη και αγγλισμούς (που δυστυχώς βρίσκω συχνά σε ελληνικές μεταφράσεις) μα γιατί η γλώσσα του βιβλίου ήταν πραγματικά εξαιρετική, ταίριαζε απόλυτα στο ύφος του αγγλικού κειμένου χωρίς να είναι ούτε απλοϊκή, ούτε υπεροβολική. Θα το χαιρόμουν αν έπαιρνε ένα βραβείο αυτή η μετάφραση γιατί πραγματικά το αξίζει.

Advertisements

‘Insatiability’, Stanisław Witkiewicz

•Νοέμβριος 10, 2017 • 1 σχόλιο

Πολύ σπάνια κλείνω την τελευταία σελίδα ενός βιβλίου και αναρρωτιέμαι μες στα επόμενα δευτερόλεπτα για το τι ακριβώς διάβασα. Σχεδόν πάντα υπάρχει η δυνατή αίσθηση της παρουσίας του που αφήνει τα χνάρια στην συνείδηση και στη μνήμη. Όμως κάποιες φορές συμβαίνει το περίεργο του να μην έχεις κανένα αίσθημα. Κι αυτό σημαίνει ή πως το βιβλίο είναι ένα αριστούργημα ή απλά μια ‘μάπα’ που δεν μπόρεσε να μ’ ακουμπήσει σε τίποτε. Η Insatiability – Αδηφαγία στην ελληνική μετάφραση που βγήκε πριν κάποια χρόνια απ΄τον Κεδρο – είναι ακριβώς αυτό το βιβλίο που σ’ αφήνει αναίσθητο στο τέλος, να αναρρωτιέσαι – μετά από πολύ προσπάθεια – για το τι και πως ακριβώς διάβασες μόλις τώρα. Και το σίγουρο είναι πως εδώ πρόκειται για ένα αριστούργημα τεραστίων διαστάσεων.

Από που να ξεκινήσει κανείς γι’ αυτό το βιβλίο (για να τελειώσει δεν υπάρχει περίπτωση). Από την ευφάνταστη διήγηση που οδηγεί σε απρόοπτα, σε αγωνία και σε ένα εντελώς απρόσμενο τέλος; Από την γλώσσα που είναι τόσο πυκνή που σε οδηγεί σε οργασμικές κλιμακώσεις στην ανάπτυξή της (που φαντάζομαι είναι ικανές να τρελάνουν τον μεταφραστή); Ή από την ανάπτυξη των χαρακτήρων οι οποίοι σε αντίθεση με τα συνηθισμένα μοντερνιστικά και μεταμοντέρνα βιβλία εμφανίζονται στον αναγνώστη πλήρεις και πραγματικοί πίσω από το πλέγμα της γλώσσας και των παραγράφων.

Το βασικό ζήτημα στον Witkiewitz και στην Insatiability είναι η απόλυτη βαρετή πτώση της δυτικής κοινωνίας με το πέρασμα του χρόνου και σε συνδυασμό με την αντιπαράστασή της με την ψυχρή ανάπτυξη του οκοκληρωτισμού. Ο Βιτκιεβιτζ μεσα στην δεκαετία του 30 ζει βλέποντας απ΄το δεξί του χέρι την κομμουνιστική ισοπέδωση και από το αριστερό του την ναζιστική τανάλια που σπρώχνουν και οι δύο σαν την οδοντόκρεμμα έξω απ΄το σωληνάριό της την όποια ισορροπία υπήρχε στην διεφθαρμένη από πριν κοινωνία της Πολωνίας (αλλά όχι μόνο). Μ’ αυτό το δεδομένο η ίδια η παρουσία του ολοκληρωτισμού φαντάζει στον Witkiewitz απόλυτα φυσιολογική – πίσω κι από το πέπλο της πλύσης εγκεφάλου που δέχεται το σύστημα – αλλά ταυτόχρονα και πικρά αναπόφευκτη. Ο ίδιος ο Witkiewicz, μια πραγματική πολυεπίπεδη ιδιοφυία, αυτοκτονεί την μέρα που τα σοβιετικά στρατεύματα εισβάλουν στην Πολωνία.

Τέλειωσα αυτό το βιβλίο εδώ και περίπου ένα μήνα κι όμως δεν έβρισκα λόγια για να περιγράψω αυτή την κατάσταση της αναιδούς απουσίας πίσω απ΄το τέλος αυτού του βιβλίου. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο και δυσνόητο βιβλίο, αναμφισβήτα πρόκειται για ένα βιβλίο που θα ξενίζει τόσο με την κυνικότητα όσο και με την πλοκή του. Αλλά αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα τεράστιο αριστούργημα που θα ήθελα να ξαναδιαβάσω σύντομα. Μήπως και με την δεύτερη ανάγνωση νιώσω κάπως διαφορετικά στο τέλος του.

‘Hotel New York’, Βλάσσης Τρεχλής

•Οκτώβριος 23, 2017 • Σχολιάστε

Για μένα ήταν πάντα ένα πολύ ενδιαφέρον ζήτημα στην Φυσική το πως γίνεται να ξεκινάς από εξισώσεις κίνησης (όπως ο 2ος νόμος του Νεύτωνα) οι οποίες είναι συμμετρικές ως προς τον χρόνο και να καταλήγεις στην στατιστική Φυσική σε έννοιες όπως η Εντροπία και η εξίσωση Liouville οι οποίες έχουν ένα συγκεκριμένο ‘βέλος’ του χρόνου στην ανάπτυξή τους και που παύουν να είναι συμμετρικές. Αυτή η ασυμμετρία αποτελεί ένα πλαίσιο για όλα όσα ‘ενδιαφέροντα’ συμβαίνουν στον χώρο γύρω μας αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και ένα γοητευτικό θέμα για τους φυσικούς (αλλά όχι μόνο).

Με έναν παράλληλο τρόπο στην ανθρώπινη Ιστορία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πως η Μεγάλη Εικόνα της ιστορίας διαμορφώνεται σαν μια ‘στατιστική οντότητα’ πίσω από τις επι μέρους ατομικές ιστορίες ανθρώπων. Το εντυπωσιακό (και πολύ ενδιαφέρον εδώ) είναι πως ενώ ο καθένας από εμάς συνήθως χρησιμοποιεί την λογική ή συγκεκριμένες παραδοχές για να διαμορφώσει τις επι μέρους πράξεις του, το σύνολο που τελικά οδηγεί την Ιστορία φαντάζει μερικές φορές τόσο παράλογο και περίεργο (και φυσικά ποτέ συμμετρικό ως προς τον χρόνο) που αναρρωτιέται κανείς τι ακριβώς συμβαίνει, και που βρίσκεται το όριο αυτής της συνολικής συμπεριφοράς.

Αυτό που συνήθως ονομάζουμε ‘ιστορικό μυθιστόρημα’ μπορεί θεωρητικά να καταπιάνεται με την ανάπτυξη μιας αφήγησης στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου αλλά συνήθως ακολουθεί αυτό που θα λέγαμε ‘κανόνα του μέσου όρου’ και οδηγεί τους ήρωες και τα πρόσωπα του βιβλίου σαν καρυδότσουφλα πάνω στο κύμα της ιστορίας και όχι το αντίθετο (δηλαδή την δημιουργία του Ιστορικού πλαισίου με βάση τις επι μέρους αφηγήσεις). Πράγμα απόλυτα κατανοητό, μια που κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο και λογοτεχνικά ριψοκίνδυνο.

Μ’ αυτήν την έννοια μονάχα βιβλία που αφορούν στην πολυπλοκότητα και το χάος μιας εποχής μπορώ να σκεφτώ που να μπορούν να ακουμπήσουν αυτή τη δυναμική οργάνωση της Ιστορίας. Ένα τέτοιο είναι το Against the Day του Pynchon. Ένα τέτοιο είναι το USA του John Dos Passos. Αλλά και ένα τέτοιο είναι και το Hotel New York του Τρεχλή.

Αναμφισβήτητα η εποχή απ΄ το 1900 έως το 1920 αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και πολύπλοκες εποχές στην σύγχρονη ανθρώπινη ιστορία, και υπόβαθρο τόσο του Against the Day όσο και του Hotel New York. Το χάος αλλά και η δηνιουργικότητα αποτελούν κεντρικό σημείο των ηρώων και στα δυο βιβλία αλλά ειδικά στο βιβλίο του Τρεχλή το έντονο ελληνικό στοιχείο κάνει την όλη αφήγηση πολύ πιο εύπεπτη για έναν Έλληνα αναγνώστη.

Το Hotel New York ομολογουμένως ξενίζει με την αναπτυξή του, μια που όπως τα κεφάλαια και τα μέρη του βιβλίου αλλάζουν, ο αναγνώστης (εγώ τουλάχιστον) νιώθει την ασυμμετρία του χρόνου και της ανάπτυξης να τον αναγκάζουν να αναρρωτηθεί τι ακριβώς διαβάζει. Μια προσωπική ιστορία; Μια ιστορία της εποχής; Μια σειρά απο θεωρητικές σκέψεις για την τέχνη και την αισθητική; Ή ένα σύνολο που λίγο έχει να κάνει με τα παραπάνω αλλά έχει περισσότερο να κάνει με την εσωτερική ανάγκη του ίδιου του συγγραφέα να βάλει τη θέση του στον κόσμο; Η αλήθεια είναι πως δεν έχω απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα, αλλά αυτή η αλλαγή στην εστίαση του κάθε μέρους του βιβλίου, σαν την αλλαγή στο τέμπο ενός μουσικού έργου κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον σαν σύνολο, φτάνοντας ακόμη και να ενοχλήσει που η γραμμική ανάπτυξη δεν αποτελεί τμήμα του.

Από εκεί και πέρα νομίζω η επιτυχία του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς στο ότι ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να σπρώξει τον ήρωα και τους ήρωες πάνω στο πλαίσιο της Ιστορίας αλλά κάνει ακριβώς το αντίθετο: προσπαθεί να τον εντάξει σαν κινητήριο δύναμη μιας εποχής και ενός αιώνα που θα φέρει τόσα δεινά στην Ευρώπη και τον κόσμο. Οι ‘μικροιστορίες’ και ‘μικροδιηγήσεις’ που αποτελούν τα δομικά χαρακτηριστικά του βιβλίου είναι σαν μικρές συμμετρικές ‘εξισώσεις κίνησης’ που οδηγούν τελικά σε ένα πολύπλοκο σύνολο ενώ από μόνες τους φαντάζουν τόσο απλές. Αλλά υπάρχει στ’ αλήθεια τίποτε απλό στον τρόπο με τον οποίο ενεργούν οι άνθρωποι;

‘The Garden of Evening Mists’, Tan Twan Eng.

•Οκτώβριος 9, 2017 • Σχολιάστε

Όταν ο πατέρας μου βρισκόταν στην ηλικία μου είχε περάσει: έναν (1) παγκόσμιο πόλεμο, έναν (1) εμφύλιο (που ήταν υπεύθυνος για το θάνατο δυο αδερφών του και για το σκόρπισμα της οικογένειας σε Ρωσία, Γερμανία, εξορίες…), μια (1) χούντα, συνολικά τριάντα (30) χρόνια πείνας και απίστευτης φτώχιας, τρία (3) χρόνια μετανάστης στην Γερμανία, μόλις είχε απολυθεί από την προηγούμενη δουλειά του και δούλευε 17ωρα προσωρινα για ψίχουλα ενώ έψαχνε για νέα δουλειά. Δεκαπέντα χρόνια αργότερα βρισκόταν στο πρώτο στάδιο της Alzheimer και όλη αυτό το παρελθόν θα εξαφανιστεί σιγά σιγά απ΄το πρόσωπό του.

Στ’ αλήθεια δε μπορώ να φανταστώ χειρότερη κατάληξη – όχι μόνο γιατί την ένιωσα από τόσο κοντά – όσο γιατί αυτή η διάλυση της προσωπικής ιστορίας μ’ αυτόν τον αδυσώπητο τρόπο είναι κάτι που με τρομάζει. Το να συμφιλωθεί κανείς με την απόλυτη λήθη δεν είναι απλό πράγμα παρόλο που πραγματικά η ματαιότητα των πάντων είναι η μόνη τελική αλήθεια.

Η ηρωίδα του The Garden of Evening Mists οδηγείται σιγά σιγα στην αφασία και στην απόλυτη λήθη έχοντας ένα παρελθόν που κρύβει μια σειρά απο γεγονότα που προσπαθεί να σώσει γιατί δένουν το παρόν της χώρας της της Μαλαισίας με ένα παρελθόν που κρύβει πολέμους, εμφυλίους, εξορίες και στρατόπεδα συγκέντρωσεις και μια αδερφή που χάθηκε στην δίνη της ιστορίας. Η ηπερίπλοκη σχέση που δένει την ίδια με το περελθόν της είναι αυτή που τελικά συμφυλιώνει την λήθη με την συγχώρεση για όσα έγιναν (ή δεν έγιναν) στο παρελθόν.

Ακριβώς όπως η περιοχή της Μαλαισίας αποτελεί μα μίξη πληθυσμών και πολιτισμών έτσι και το The Garden of Evening Mists οδηγείται από αυτή την μίξη σε κάτι περίπλοκο που συνδυάζει την ανατολική σκέψη, την κινέζικη φιλοσοφία με την δυτική λογική (και την δυτική ποίηση που παίζει έντονο ρόλο στο βιβλίο). Ο Tan Twan Eng γράφει όσο λιτά χρειάζεται υπ’ αυτές τις συνθήκες για να καλύψει αυτή την ανάμιξη αλλά ταυτόχρονα η απλή του γραφή αυτή είναι τόσο συμβολικά διεισδυτική στα συναισθήματα αλλά και τις πράξεις της ηρωίδας στο παρελθόν και το παρόν.

Το Garden of Evening Mists έχει πολλές αρετές σαν βιβλίο και ο συγγραφέας από μια θέση ισορροπίας ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και τον ανατολικό κόσμο, ανάμεσα στην δουλειά του (ειναι δικηγόρος) και στην συγγραφή, ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία ακροβατεί με τρόπο που πραγματικά είναι ζηλευτός. Ίσως γιατί αυτή η λεπτή ισορροπία να είναι τελικά η λύση. Και η κάθαρση.

‘The Life and Death of Peter Sellers’, Roger Lewis

•Σεπτεμβρίου 27, 2017 • Σχολιάστε

Βιογραφίες δεν διαβάζω. Τις βαριέμαι. Δεν με ενδιαφέρουν τα γεγονότα πίσω από μια ‘προσωπικότητα’ απλά γιατί συνήθως οι καλλιτέχνες εκφράζονται με το έργο τους πολύ περισσότερο από ότι με την καθημερινότητά τους. Ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι. Όμως επέλεξα να διαβάσω την βιογραφία αυτή του Peter Sellers σαν διάβασμα μεταξύ υπερατλαντικών πτήσεων ξέροντας ότι θα αντιμετωπίσω κάτι εξαιρετικά σοκαριστικό.

Χωρίς αμφιβολία ο Peter Sellers ήταν μεγαλοφυία. Όμως ξεδιπλώνοντας λίγο τις πτυχές των μεταμφιέσεών του βρίσκεις μια τεράστια απουσία και έναν απόλυτα κακό και μοχθηρό άνθρωπο. Έναν – προφανώς  διπολικό – χαρακτήρα που από μόνος του δε μπορούσε να σταθεί πουθενά και ουσιαστικά βολόδερνε ανάμεσα στις μιμήσεις και τις μεταμφιέσεις ψάχνοντας να βρει μια ταυτότητα τόσο ψεύτικη όσο και το σέλουλοιντ στο οποίο προβάλονταν οι ταινίες του.

Στη βιογραφία του διαδέχονται το ένα μετά το άλλο γεγονότα τα οποία σου σηκώνουν την τρίχα με την σκληρότητά και την αδιαφορία που έδειχνε στους άλλους ο Sellers. Και ταυτόχρονα δεν υπάρχει ουτε ψήγμα, ούτα μια απλή ιδέα που θα μπορούσε να κάνει τον αναγνώστη να νιώσει έστω λύπηση για την μοναξιά και την προφανή εσωτερική καταστροφή αυτού του ανθρώπου. Ακόμη και στο θάνατό του η περιγραφή της βιογραφίας είναι τόσο σκληρή που την κάνει κι αυτή ψεύτικη και τμήμα μιας κωμωδίας.

Προφανώς ο Roger Lewis δεν έχει κανένα ελαφρυντικό για τον Peter Sellers. Προφανώς γράφει μια σκληρή, ανατριχιαστική βιογραφία χωρίς να μπορέσει να αγαπήσει το πρόσωπο για το οποί γράφει. Αλλά ούτε και να το δει εντελώς αντικειμενικά. Σκοπός του είναι να σπάσει κομμάτια από το είδωλο ‘Peter Sellers’ όχι όμως μόνο με στοιχεία αλλά και με την δικιά του οπτική και την δικιά του ανάλυση. Το αποτέλεσμα είναι φυσικά κακό για την αντικειμενικότητα της βιογραφίας αλλά – κακά τα ψέμματα – καλό για τον αναγνώστη. Φτάνει βέβαια να του αρέσουν τα βιβλία τρόμου.

Η Hannah Arrendt τιτλοφορεί το βιβλιο για την δίκη του Adold Eichman: ‘Η κοινοτυπία του κακού’, συνειδειδητοποιώντας πως πίσω από τον μεσήλικα Eichmann βρίσκεται ο γείτονας της διπλανής πόρτας που είναι, τελικά, ικανός για το οτιδήποτε. Ο Peter Sellers όμως δεν ήταν κοινότυπος, ούτε μπανάλ, και ακόμη και οι εκφάνσεις του κακού πίσω απ΄τις πράξεις του εκφράζουν κάτι πολύ πιο περίπλοκο που μόνο μπανάλ δεν είναι. Ευτυχώς, όπως λέει και ο Roger Lewis, αυτός ο άνθρωπος έγινε μόνο ηθοποιός. Διαβάστε το βιβλίο για να μη μπορέσετε να ξαναδείτε ‘Το Πάρτι’με τον ίδιο τρόπο ξανά.

 

 

‘The Immolation’, Goh Poh Seng

•Ιουλίου 26, 2017 • Σχολιάστε

Οι καλύτερες επιλογές βιβλίων είναι συνήθως αυτές που κάνουμε μέσα σε βιβλιοπωλεία. Αυτές που στηρίζονται όχι στις εφήμερες κριτικές ή στο hype, αλλά που γίνονται ύστερα από ώρες ψαξίματος μπροστά από ράφια εκεί που το ξεφύλλισμα είναι απαραίτητος παράγοντας της επιλογής. Λυπάμαι πολύ που συνήθως αυτή η μαγεία μου λείπει, λυπάμαι που τα (περισσότερα) βιβλιοπωλεία έχουν καταντήσει σούπερ μάρκετ, λυπάμαι που ούτε το αναγνωστικό κοινό γενικίτερα, ούτε και οι “βιβλιόφιλοι” ειδικότερα δεν μπορούν να ξεπεράσουν την έννοια της μόδας για να πάνε λίγο παρακάτω. Στα βιβλία που δεν ενδιαφέρουν ‘κανέναν’, που γι αυτά δε θα γραφτεί κριτική, αλλά που ίσως να κρύβουν ξεχασμένα (ή απλά άγνωστα) αριστουργήματα – αν και η λέξη αριστούργημα είναι τόσο βαριά που δε θέλω να την χρησιμοποιώ τόσο εύκολα.

Το The Immolation ήταν το κατάλληλο βιβλίο για να διαβάσω σαν συνέχεια απ΄το The Terrorist (αν και διάβασα άλλα δύο ενδιάμεσα για τα οποία ίσως γράψω αργότερα). Η φιλοσοφία πίσω απ το Immolation είναι αυτή της ψυχοσύνθεσης ενός κομμουνιστή μαχητή των ΒιετΚονγκ και η πορεία του από την αρχική νεανική επαναστατική φύση στην τελική απογοήτευση. Βιβλία για τον πόλεμο του Βιτενάμ έχουν γραφτεί πολλά αλλά ομολογώ απ΄την πλευρά των ΒιετΚονγκ δεν γνωρίζω κανένα και ήλθε λίγο σαν έκπληξη αυτή η ανάλυση αυτού του εξαιρετικά δυναμικού συγγραφέα.

Ο Goh Poh Seng προσπαθεί να σκιαγραφήσει ένα καθαρά βαθύ και προσωπικό ζήτημα του ήρωα πίσω απ΄την πλοκή που μπορεί να μην είναι πολύ πυκνή αλλά είναι ακριβώς τόση όση χρειάζεται για να οδηγήσει ήρωα και αναγνώστη στην τελική κάθαρση (ή συντριβή) η οποία όμως έρχεται εντελώς μη αναμενόμενη και με τρόπο που δεν έχει σχέση με κανένα χάπι έντ αλλά απλά με την συνειδητοποίηση και την ωρ΄μανση του ήρωα για το τι είναι σημαντικο και τι όχι στην ζωή και στον κόσμο.

Ο συγγραφέας αναπτύσσει μια καθαρά Χαιντεγκεριανή φιλοσοφία πίσω από τον ήρωα και την δένει αριστουργηματικά με τις  βουδιστικές διδαχές της μέσης οδου. Η ίδια του η προσωπική σύνδεση με την Δύση (όπως και του ήρωα) φαίνεται να τον τοποθετεί σε μια ευαίσθητη ισορροπία η οποία εύκολα θα μπορούσε να χαθεί – τόσο στο πλαίσιο της ζωής του όσο και στο ίδιο το βιβλίο. Παράλληλα το βιβλίο βρίσκεται επίσης σε μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία γλώσσας και πλοκής που ομολογώ ότι ζήλεψα για το βάθος και την απλότητά της.

Από κει και πέρα θεωρώ τον εαυτό μου μόνο κερδισμένο απ’ αυτή την ανάγνωση. Δεν περιμένω να ψάξει κανείς αυτό το βιβλίο και δεν περιμένω να το μεταφράσει κανεις εκδότης στα ελληνικά.  Θα ήταν όμως ευτύχημα να μπορούσαμε να βρούμε άγνωστα βιβλία σαν κι αυτό και σε βιβλιοπωλεία στην Ελλάδα…

‘Terrorist’, John Updike

•Ιουλίου 7, 2017 • Σχολιάστε

Στο τελευταίο μου ταξίδι στο Λονδίνο οι φίλοι και οι συνεργάτες, επηρεασμένοι από το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα επαναλάμβαναν στη συζήτηση ένα θέμα που τους είχε προβληματίσει: πως είναι δυνατόν ένας ένθρωπος ο οποίος παίρνει μια καθαρά αγγλική εκπαίδευση και που δεν ανήκει στο περιθώριο και που δεν είναι καν χαζός να καταλήγει να γίνεται τζιχαντιστής και τρομοκράτης; Ποιός είναι ο δρόμος που οδηγεί από την χαρντ κορ middle class στην τρομοκρατία (και έχει σχέση με οτιδήποτε άλλο από την αφόρητη βαρεμάρα που νιώθει ένας τινέιτζερ όπως αντιμετωπίζει τον κόσμο);

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καθαρά, πεντακάθαρα, γραμμένη στο πλαίσιο του Terrorist του Updike.  Το βιβλίο βασικά έχει καθαρά αυτό το ερώτημα σα σκοπό: να ψυχογραφήσει έναν έξυπνο νεαρό τρομοκράτη μπροστά από το πλαίσιο της σύγχρονης αμερικής (και γενικότερα της δυτικής κοινωνίας) και να χαράξει όλη την αλληλεπίδραση μεταξύ του προσώπου και του πλαισίου που οδηγεί προς την τελική διαμόρφωση. Το εντυπωσιακό με τον Updike στο συγκεκριμένο (αλλά όχι μόνο) βιβλίο είναι ότι με ένα εξαιρετικά οξυδερκή τρόπο χρησιμοποιεί το κλισέ εκεί που χρειάζεται γιατί ακόμα και οι κοινοτυπίες έχουν τουν σημασία τους (και δεν θα ήταν κλισέ αν δεν ήταν επαναλαμβανόμενα παντού). Το ίδιο το βιβλίο όμως είναι πολύ μακριά από μια συνολική κοινοτυπία αλλά είναι μια εξαιρετική καταγραφή της αμερικανικής middle class  ζωής με τον τρόπο με τον οποίο ο Updike γνωρίζει τόσο καλά να περιγράφει σε άλλα έργα του (όπως στον  Rabbit). H διαφορά όμως ανάμεσα στα βιβία του Rabbit και στο Terrorist είναι στους στρόπους με τους οποίους η εσωτερική σύγκρουση και η middle class αισθητική εμφανίζεται να εξελίσσει την πλοκή αλλά και τους χαρακτήρες των προσώπων. Ο ήρωας του Terrorist θα μπορούσε να ήταν ο ίδιος ο Harry “Rabbit” Angstrom, οι διαφορές δεν είναι μεγάλες και οι διαδικασία που οδηγεί τελικά στην τρομοκρατία φαντάζει εκπληκτικά (και τρομακτικά [excuse the pun]) φυσιολογική…

Θεωρώ, όπως έχει πει αρκετές φορές, τον Updike τεράστιο συγγραφέα και βιβλία σαν το terrorist πίσω από τις απλουστεύσεις της πρωτοεπίπεδης ανάγνωσης οδηγούν σε έναν βαθύτερο αναλυτή της human condition  που δεν χρειάζεται τερτίπια κανενός είδους για να περάσει την συντριβή, την πλήξη και το απόλυτο κενό που αντιμετωπίζουμε όλοι μας. Παρόλα αυτά ο Updike δεν κρύβεται πίσω απ΄το δάχτυλο της σοβαροφάνειας (πρέπει να είναι απ΄τους λίγους συγγραφείς που δεν φοβάται να χαμογελάσει ή να γελάσει στις φωτογραφίες) και αναπτύσει την πλοκή και τους ήρωές του με ένα τρόπο που ακριβώς επειδή δεν είναι σοβαροφανής είναι μοναδικός. Το Terrorist τελειώνει με ένα κεφάλαιο που έχει σασπένς σαν ταινία του Χιτσκοκ, ενώ το τέλος είναι άκρως απαισιόδοξο, τόσο για τον ήρωα όσο και για όλους μας που ελπίζουμε και πιστεύουμε σε κάτι.

 
Αρέσει σε %d bloggers: